Nikos Gouraros, Author at ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ https://geronaimilianos.org/author/nikos/ Wed, 06 May 2026 18:39:11 +0000 el hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0.3 https://i0.wp.com/geronaimilianos.org/wp-content/uploads/2026/02/LOGO-GERON-AMILIANOS-1.png?fit=32%2C24&ssl=1 Nikos Gouraros, Author at ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ https://geronaimilianos.org/author/nikos/ 32 32 252119285 Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19) https://geronaimilianos.org/%cf%84%e1%bd%b8-%ce%b5%e1%bc%b0%ce%bb%ce%b7%cf%84%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%bf%ce%bd-%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%88%ce%bf%ce%bd-%e1%bc%83-%ce%b5%e1%bc%b6%ce%b4%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%b1%e1%bd%b6-%e1%bc%85/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=%25cf%2584%25e1%25bd%25b8-%25ce%25b5%25e1%25bc%25b0%25ce%25bb%25ce%25b7%25cf%2584%25ce%25ac%25cf%2581%25ce%25b9%25ce%25bf%25ce%25bd-%25ce%25b3%25cf%2581%25ce%25ac%25cf%2588%25ce%25bf%25ce%25bd-%25e1%25bc%2583-%25ce%25b5%25e1%25bc%25b6%25ce%25b4%25ce%25b5%25cf%2582-%25ce%25ba%25ce%25b1%25e1%25bd%25b6-%25e1%25bc%2585 Tue, 07 Apr 2026 08:22:49 +0000 https://geronaimilianos.org/?p=9088 Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014 Γνώρισα τον Γέροντα στην Αθήνα το 1972. Αμέσως μου έκανε μεγάλη εντύπωση η σοβαρότητά του. Δεν μπορούσα να ερμηνεύσω τότε τί το ιδιαίτερο είχε, που τον ξεχώριζε και τον έκανε τόσο αρχοντικό, ιεροπρεπή και συνετό. Πολλοί αργότερα μου έλεγαν πως το πλησίασμά τους τούς έδινε την αίσθηση ότι συνομιλούσαν μ’ επίγειο...

Read More

The post Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19) appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Γνώρισα τον Γέροντα στην Αθήνα το 1972.
Αμέσως μου έκανε μεγάλη εντύπωση η σοβαρότητά του.
Δεν μπορούσα να ερμηνεύσω τότε τί το ιδιαίτερο είχε,
που τον ξεχώριζε και τον έκανε τόσο αρχοντικό, ιεροπρεπή και συνετό.
Πολλοί αργότερα μου έλεγαν πως το πλησίασμά τους
τούς έδινε την αίσθηση ότι συνομιλούσαν
μ’ επίγειο άγγελο και ουράνιο άνθρωπο.
Έτσι, δεν θα σταθώ στα συνηθισμένα βιογραφικά στοιχεία.
Θα πω μόνο πως γεννήθηκε στη Νίκαια του Πειραιώς το 1934
και επί μία [δεκαεννιαετία] παραμένει σιωπών
στο Μετόχι της Σιμωνόπετρας
του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στην Ορμύλια Χαλκιδικής.

Έχουν γραφεί και θα γραφούν αρκετά βιογραφικά.
Θα επιθυμούσα, αν μπορούσα, όχι να φωτογραφήσω,
αλλά να ιχνογραφήσω τη σεβάσμια προσωπογραφία του.
Μακάρι να μπορούσα να τον εικονογραφήσω
με απαλά χρώματα ανεξίτηλης μνήμης,
εξαϋλωμένο μετά τις καθημερινές μεταμεσονύκτιες Θείες Λειτουργίες
στο Παρεκκλήσι της Αγίας Μαγδαληνής, που χρύσωνα άτεχνα το τέμπλο,
τις πολύωρες αγρυπνίες στο σκαμνάκι του κελλιού μου,
τις μέσα σε ασθένεια, σε κόπο και άλγος χαμαικοιτίες στο ψαθί,
πηγαίνοντας ένα φιδέ με δυο κουταλιές λάδι,
σφίγγοντάς μου, όσο μπορούσε το χέρι,
λέγοντάς μου το πολύ κέρδος του πόνου της νόσου,
την ωραιότητα του Πολυεύσπλαγχνου Θεού.
Υποπτευόμουν κι αγωνιζόμουν ν’ απομαντεύσω
το θαυμαστικό κάλλος της μεταμορφωτικής Χάρης
του φωτεινού, λευκού προσώπου, με τα ρουφηγμένα μάγουλα,
μετά το κλείσιμο της θύρας του Ηγουμενείου
δύο–τρεις ολόκληρες ημέρες.

Ίσως ορισμένοι με τη γραφή μου αυτή την ταπεινή διερωτηθούν, αναλογισθούν, προσποιηθούν, αποποιηθούν, ακόμη και να σκανδαλισθούν, θεωρώντας πως η αγιότητα είναι κρυμμένη πάντως κάπου αλλού.
Γνωρίζω πως, αν ο Γέροντας Αιμιλιανός
μπορούσε να διαβάσει αυτό το, από καρδιάς, κείμενο,
θα τό ’ριχνε στη σόμπα του, όπως κάποτε έκανε.
Η πλούσια λιτότητά του, η λαμπρή κοσμιότητά του,
η μοναδική σωφροσύνη και σύνεση και κατανόηση και ταπείνωση
είναι τεκμήρια της μυστικής του οσιότητος.
Ήξερε να κρύβεται, να σιωπά, να προσεύχεται, ν’ αγρυπνεί,
να λειτουργεί, να κηρύττει, να βλέπει μακρυά,
να βλέπει γι’ αυτό που πλασθήκαμε
κι όχι σε αυτό που προσωρινά ξεπέσαμε.
Από κάποιες σπάνιες χαραμάδες βλέπουμε
το λίγο Φως που άφηνε ο Θεός να δούμε,
που πρόδιδε την Θαβώρεια Χάρη.

Έχω ξαναπεί πως δεν είναι διόλου εύκολο
να γράφεις για κάποιον σαν τον Γέροντα Αιμιλιανό.
Επαναλαμβάνω με γνώση δεν είναι καθόλου εύκολο.
Όμως δεν μπορεί κανείς να σιωπά.
Η δοκιμασία φέρνει επιμονή απαραίτητη,
αγία υπομονή και ευγνώμονη υπέρβαση.
Δεν θ’ ακολουθήσω τώρα τους κοσμικούς εκείνους
που με περισσή αυτοπεποίθηση κι αυταρέσκεια
προβάλλονται προβάλλοντας κάποιους μεγάλους που πλησίασαν.
Η περίπου δωδεκαετής μαθητεία μου στον σοφό Γέροντα
με δίδαξε εξαίσιες αγάπες:
Στον Τριαδικό Θεό, την Υπεραγία Θεοτόκο,
τους Αγίους, τον Μοναχισμό, το Άγιον Όρος,
την προσευχή, την ταπείνωση, τον όποιο συνάνθρωπο,
την παραδοχή του ανόητου εαυτού μου.

Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις την πάλη του με τον Θεό,
το μαρτύριο της τελειώσεώς του,
την επίχυση της θείας Χάρης στην καθαρή βιοτή του.
Με διακατέχει συντριβή.
Πώς να μιλήσω ο αδαής για τον συνομιλητή, πολεμιστή, ήρωα,
αγωνιστή, ορειβάτη του Θεού, Αιμιλιανό;
Η συντριβή μου γίνεται Σιλωάμ νίψης, θεραπείας κι ανεγέρσεως
του παραλελυμένου για τον υπέροχο εκείνο άνθρωπο,
που μ’ έμαθε να φοβάμαι μόνο τον Θεό,
που μου φόρεσε το τίμιο του Μοναχού ένδυμα,
που μου έδωσε το προφητικό ωραίο όνομα του Σιναΐτη θεόπτη,
που με σαγήνευσε αφοπλιστικά ο λόγος του,
με ακτινογράφησε η αετήσια ματιά του,
με ψυχογράφησε τέλεια το υψηλό του βίωμα.

Έχω την εντύπωση πως ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του Γέροντα
ήταν η σιωπή του, που ήταν επιλεγμένη,
κι ας κήρυττε κι ας έκανε συνάξεις,
που βγαίνουν σήμερα ωραία βιβλία
με τους σημαντικούς και αγαθούς λόγους του.
Ο Γέροντας κυρίως ήταν αυτό που δεν έλεγε κι όχι αυτό που ακουγόταν.
Όταν κλαυθμήριζε στην Αγία Μαγδαληνή,
όταν μάλωνε σιωπηλά με τον Χριστό,
όταν ερχόταν στο κελλί μου, που ασθενούσα βαρειά,
και καθόταν ώρα δίχως να μιλά ή να μου λέγει λίγα απαραίτητα·
«Η ασθένεια θα σε σώσει, παιδί μου!».
Η σιωπή του Γέροντος Αιμιλιανού δεν ήταν απλά απουσία λόγων,
έλλειψη λόγων, αγνωσία λόγου, δυσκολία ομιλίας.
Ήταν ακριβής επιλογή του λίαν απαραίτητου:
«–Τι άλλα, παιδί μου; –Αυτά. –Χαίρετε!».
Και σου διέκοπτε τη συνομιλία,
όταν μάλιστα δεν είχες κάτι ουσιαστικό να καταθέσεις
και ξέφευγε η κουβέντα σε φλυαρία, πολυλογία, περιττολογία
και λοιπά, που διόλου, αλήθεια, δεν αγαπούσε.
Μιλούσε μόνο όσο, όποτε και όταν χρειαζόταν.
Η αυστηρή αυτή σιωπή ήταν σοφή, σεμνή, ενδεδειγμένη.
Δεν συνήθιζε να μιλά για τον εαυτό του.
Εντούτοις η παρουσία του ήταν φωτοφόρα κυρίαρχη.
Δεν μπορούσες να ήσουν μπροστά του και να σκέφτεσαι κάτι άλλο.
Η σιωπή αυτού που θα μπορούσε να κρίνει, να αποδώσει ευθύνες,
να καυτηριάσει κακώς κείμενα, να κατηγορήσει παραλήψεις,
μας έκανε κι εμάς προσεκτικούς.
Ασφαλώς και θα μπορούσε να πει και να γράψει περισσότερα.

Μιλούσε πιο πολύ η ίδια η ζωή του,
το ειρηνικό του πρόσωπο, το βιωμένο του παράδειγμα.
Δίχως καμμιά επιτήδευση και εξωράϊση και διάθεση αυτοπροβολής.
Ήταν πάντα προσεκτικός, μετρημένος, τακτικός, φρόνιμος, συνετός.
Το στέρεο βήμα του, οι κινήσεις των χεριών του,
ο τρόπος του βήχα του, ακόμη και της αναπνοής του,
ιδίως την ώρα της Θείας Λειτουργίας στο άγιο Βήμα,
στο πρώτο στασίδι, στον θρόνο, στην τράπεζα.
Κάτι το ξεχωριστό, το ιερό, είχε η δυνατή ματιά του,
το βλέμμα του, η όρασή του.
Σε διαπερνούσε διακριτικά, ευγενικά, φιλόστοργα.
Είχε ένα ηρωϊκό και συνάμα φιλάνθρωπο φρόνημα.
Μπορούσε να κάνει ό,τι το πιο γενναίο και πιο αγαθό για να σε συνδράμει.
Να προσεύχεται ώρες και μέρες για το πρόβλημά σου.
Να τιμωρεί τον εαυτό του για την ανόητη ανυπακοή σου.

Η ζωή του Γέροντος όμως ήταν τελικά ένα κλειστό βιβλίο.
Σ’ ελάχιστους δόθηκε η ευλογία της μελέτης του.
Άφησε την γνώση του μόνο στον Θεό.
Οι μελέτες του στην Αθήνα και στον Πειραιά
ήταν κυρίως αγιοπατερικών κειμένων·
στα Μετέωρα, βίοι, τυπικά, διαθήκες, αποφθέγματα οσίων.
Τη μελέτη αγάπησε πολύ σε όλη του τη ζωή.
Ήταν βαθύς γνώστης των Μοναχικών θεσμών.
Από νωρίς εμβάθυνε στην ουσία του Μοναχισμού.

Στις αρχές του 1995, σοβαρή ασθένεια τον έκανε να μεταβεί στο Μετόχι της Ορμυλίας ανεπίστροφα για το αγαπητό του Άγιον Όρος και τη λατρευτή μάνδρα του Οσίου Σίμωνος του Μυροβλύτου, όπου είχε κάνει δεκάδες κουρές και είχε δυνατά βιώματα δύο και πλέον δεκαετιών.
Το 2000 παραιτήθηκε της ηγουμενίας και εισήλθε στη φίλη σιωπή,
τη γλώσσα του Μέλλοντος Αιώνος κατά την ωραία ρήση
του προσφιλούς του Αββά Ισαάκ του Σύρου.
Κατά τον Αββά Ησαΐα, που, επίσης, αγαπούσε και ερμήνευσε άριστα,
«μοναχὸς ἐστί ἀεὶ χαίρων».
Αυτής της παντοτεινής χαράς μέτοχος ήταν πάντα αυτός
ο αληθινός Μοναχός, ο χριστοφόρος, ο φίλος των Αγίων,
ο μυστικός εργάτης του Πνεύματος.

Σήμερα ο Γέροντας δεν μιλά.
Μιλούν τα βιβλία του. Μιλά η σιωπή του. Διδάσκει η παρουσία του.
Ο χρόνος θα μεγαλώσει τη μεγαλωσύνη του.
Το μυστικό του μεγαλείο σιγά–σιγά αποκαλύπτεται, ανακαλύπτεται.
Η ερμηνεία των λόγων των αββάδων
κατ’ αυτόν τον καταπληκτικό τρόπο,
είναι δηλωτική ότι εμφορείται
υπό του ιδίου Πνεύματος και κατέχει τα αυτά βιώματα.
Ο Γέροντας Αιμιλιανός αποτελεί πολύτιμο κρίκο
της τιμίας αλυσίδος των χαρισματούχων
Αγιορειτών Ηγουμένων του εικοστού αιώνος.
Τον ευχαριστούμε εκ βαθέων και θα τον ευγνωμονούμε εσαεί
για τα δώρα του που ανακούφισαν την ασθένεια και πενία μας.

ΜΟΝΑΧΟΣ ΜΩΥΣΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1952–2014)

The post Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19) appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
9088
Ο γλυκύς, ο αρχοντικός, ο ακέραιος Γέρων Αιμιλιανός https://geronaimilianos.org/%ce%bf-%ce%b3%ce%bb%cf%85%ce%ba%cf%85%cf%82-%ce%bf-%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82-%ce%bf-%ce%b1%ce%ba%ce%b5%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%b3%ce%b5/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=%25ce%25bf-%25ce%25b3%25ce%25bb%25cf%2585%25ce%25ba%25cf%2585%25cf%2582-%25ce%25bf-%25ce%25b1%25cf%2581%25cf%2587%25ce%25bf%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25bf%25cf%2582-%25ce%25bf-%25ce%25b1%25ce%25ba%25ce%25b5%25cf%2581%25ce%25b1%25ce%25b9%25ce%25bf%25cf%2582-%25ce%25b3%25ce%25b5 Tue, 07 Apr 2026 08:19:50 +0000 https://geronaimilianos.org/?p=9086 «Είμαστε και οι δύο και οι τρεις και οι είκοσι τρεις μπροστά στην πηγή, αλλά πίνουμε διαφορετικό νερό, ανάλογα με τη δίψα μας». Ευθύς, ο Γέροντας Αιμιλιανός έρχεται να συμπληρώσει: «Όσο εχωρούσαμε», λέει, μέσα σε δυο λέξεις. Μία πνευματική αρχοντιά: Προσηνής, γλυκός, ακέραιος, αρχοντικός Ο Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης υπήρξε ένας δεινός ορθόδοξος θεολόγος, γιατί...

Read More

The post Ο γλυκύς, ο αρχοντικός, ο ακέραιος Γέρων Αιμιλιανός appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
«Είμαστε και οι δύο και οι τρεις και οι είκοσι τρεις μπροστά στην πηγή, αλλά πίνουμε διαφορετικό νερό, ανάλογα με τη δίψα μας». Ευθύς, ο Γέροντας Αιμιλιανός έρχεται να συμπληρώσει: «Όσο εχωρούσαμε», λέει, μέσα σε δυο λέξεις.

Μία πνευματική αρχοντιά: Προσηνής, γλυκός, ακέραιος, αρχοντικός

Ο Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης υπήρξε ένας δεινός ορθόδοξος θεολόγος, γιατί πετούσε ψηλά ομιλώντας και μεταδίδοντας με λόγια απλά, ολόθερμα, συλλαβές που τις είχε βιώσει εμπειρικά και τις πονούσε μία μία.

Ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος και ένας ουσιαστικός πνευματικός πατέρας. Ουσιαστικός, γιατί ήταν ακέραιος, ακριβής, ακόμη και αυστηρός όταν έπρεπε, αλλά μαζί και γλυκός, αρχοντικός, προσηνής. Θα έλεγε κανείς, ότι ο Γέροντας σήμαινε και θα σημαίνει εις τους αιώνες: «Μία Πνευματική Αρχοντιά». Διότι εξάλλου και οι ίδιοι οι αιώνες θα δυσκολευτούν για να εύρουν ξανά έναν Γέροντα Αιμιλιανό.

«Γι’ αυτό ακριβώς και λέγω, όσο εχωρούσαμε». Τι κάμαμε; Τι φτιάξαμε; Γευτήκαμε τίποτες; Πήραμε τον Θεόν; «Επήραμε και όσο πονέσαμε, όσο πονούσαμε στις εορτές» θα πει ο Γέροντας. «Διότι, ήταν πάθη αυτά τα οποία υφίστατο ο Θεός. Και μόνον πάσχοντες άνθρωποι είναι δυνατόν να κατανοήσουν αυτά τα πάθη του Θεού και να συμμετάσχουν σε αυτά και να συμπληρώσουν τα παθήματα του Κυρίου, ο Οποίος ημίν άφησε εαυτόν «υπογραμμόν» δια των παθών, τα οποία Εκείνος έζησε».

«Εάν γονατίζαμε, εάν ήταν ένα κλάμα πραγματικό η ζωή μας»

«Εάν πονούσαμε κι εμείς, εάν γονατίζαμε, εάν ήταν ένα κλάμα πραγματικό η ζωή μας, εάν ήταν – θα έλεγε κανείς κατά μίαν ανθρώπινη αντίληψη – κάτι το φοβερό η ζωή μας, ένα μαρτύριο, τόσο μαρτύριο, ώστε να είναι μία λιποταξία από ταύτην την ζωή, να είναι μία εγκατάλειψη και μία αφάνεια του εαυτού μας, τόσο περισσότερο παίρναμε Θεόν».

«Και ακόμη παίρναμε όσο αγαπούσαμε»

«Αυτή η αγάπη είναι πλέον συνδεδεμένη με το βαθύτερο είναι μας και έχει σχέση και με τους πόνους μας, διότι, ο πόνος μας, αποκαλύπτει την αγάπη μας, αλλά έχει σχέση ακόμη και με τον αμετεώριστο εκείνον μετεωρισμό της ψυχής, η οποία πάσχουσα θέλει να ανέρχεται προς τον Θεόν και δεν αναπαύεται σε τίποτε άλλο παρά μόνον όσο απολαύει της αγάπης και της παρουσίας και της δόξης του Θεού, όσο στέφεται υπ’ αυτής και όσο ενούται με αυτήν». Όμως, και πως αλλιώς, επισημαίνει ο Γέροντας Αιμιλιανός: «Η αγάπη του Θεού είναι αποτέλεσμα της γνωριμίας του Θεού». Όσο περισσότερο κοντύτερα στέκεται κανείς εις τον Θεόν, τόσο περισσότερο Τον αγαπά, γιατί όλο και περισσότερο Τον γνωρίζει.

«Με το φάγωμα, με το πιώσιμο, με το δούλεμα του Θεού»

Επακριβώς, ο λόγος του Γέροντος Αιμιλιανού έχει ως εξής: «Η γνώσις του Θεού αποκτάται με την μετοχή, με το φάγωμα, με το πιώσιμο, με το δούλεμα του Θεού που κάνουμε εις την ύπαρξι μας. Επομένως, όσο εζυμώνετο η δική μας ύπαρξις με τον Θεόν, τόσο και εμείς Τον αγαπούσαμε. Και όσο Τον αγαπούσαμε, τόσο παίρναμε».

« Όσο, λοιπόν, ετοιμάσαμε, τόσο περισσότερο πήραμε τον Θεόν»

« Όσο χωρέσαμε, όσο πονέσαμε, όσο αγαπήσαμε, όσο κλάψαμε οδυρόμενοι – αδίστακτα οδυρόμενοι – τόσο περισσότερο πήραμε τον Θεόν. Και, προφανώς, όλα αυτά κρυμμένα κάτω από το χαμόγελο μας, κάτω από την αυθεντική μας χαρά, κάτω από το περπάτημα του ανθρώπου, το οποίο μαρτυρεί τον Θεόν με την ειρήνη του, με τη γαλήνη του, με την αληθινότητά του, διότι ξέρει ότι τα πάντα δι’ αυτόν είναι ο Θεός».

ΜΑ, ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟΝ; – Από τι εξαρτάται

«Αυτή η χώρησις εξαρτάται πάρα πολύ από την απλότητα της καρδίας μας, από την αγνότητα της νύχτας μας, της μελέτης μας, από το άδειασμα του εαυτού μας. Εξαρτάται από το κένωμα της υπάρξεως μας, από αυτήν ταύτην την υπόστασι μας».

Είμαστε ελεύθεροι να πάρουμε ή να μην πάρουμε τον Θεόν, να σταθούμε εγγύτερα ή όχι εις Αυτόν, να Τον γνωρίσουμε καλύτερα ή όχι και άρα να Τον αγαπήσουμε ή όχι. Ο Γέροντας Αιμιλιανός με ευστοχία το προσδιορίζει ως «το μεγαλύτερο μυστήριο της ελευθερίας του ανθρώπου», όπως έτσι χαρακτηριστικά το εκφράζει: «Είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της ελευθερίας του ανθρώπου, το οποίο φαίνεται σε αυτήν την χώρησι, και την οποίαν ελευθερία δεν την παραβιάζει ποτέ ο Θεός. Γι’ αυτό ακριβώς και λέγω, όσο εχωρούσαμε».

Αφιερώνεται στην συμπλήρωση ενός έτους από την κοίμηση του μακαριστού Γέροντος Αιμιλιανού του Σιμωνοπετρίτου – 9 Μαΐου 2019 – 9 Μαΐου 2020

Κώστας Παναγόπουλος – Πρακτορείο «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ»

The post Ο γλυκύς, ο αρχοντικός, ο ακέραιος Γέρων Αιμιλιανός appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
9086
Μνήμη δικαίου, Γέροντος Αιμιλιανού Σινωμοπετρίτου https://geronaimilianos.org/%ce%bc%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%b7-%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%b9%ce%bf%cf%85-%ce%b3%ce%b5%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%82-%ce%b1%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=%25ce%25bc%25ce%25bd%25ce%25b7%25ce%25bc%25ce%25b7-%25ce%25b4%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b9%25ce%25bf%25cf%2585-%25ce%25b3%25ce%25b5%25cf%2581%25ce%25bf%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25bf%25cf%2582-%25ce%25b1%25ce%25b9%25ce%25bc%25ce%25b9%25ce%25bb%25ce%25b9%25ce%25b1%25ce%25bd%25ce%25bf Tue, 07 Apr 2026 08:18:19 +0000 https://geronaimilianos.org/?p=9084 Ο Τρικαλινός Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Κωνσταντίνου, Διδάκτωρ Θεολογίας, γράφει για τον Μακαριστό πνευματικό του πατέρα, που έφυγε πέρυσι σαν σήμερα. Αναλυτικά: Ένας χρόνος πέρασε 09.05.2019 – 09.05.2020 που έφυγε από ανάμεσά μας μετά από την μακροχρόνια μαρτυρική δοκιμασία του. Αναγνωρίζω την πνευματική μου φτώχεια, αλλά θα ήθελα δυο λόγια με την ευκαιρία του ετήσιας μνήμης οφειλής...

Read More

The post Μνήμη δικαίου, Γέροντος Αιμιλιανού Σινωμοπετρίτου appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
Ο Τρικαλινός Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Κωνσταντίνου, Διδάκτωρ Θεολογίας, γράφει για τον Μακαριστό πνευματικό του πατέρα, που έφυγε πέρυσι σαν σήμερα.

Αναλυτικά:

Ένας χρόνος πέρασε 09.05.2019 – 09.05.2020 που έφυγε από ανάμεσά μας μετά από την μακροχρόνια μαρτυρική δοκιμασία του. Αναγνωρίζω την πνευματική μου φτώχεια, αλλά θα ήθελα δυο λόγια με την ευκαιρία του ετήσιας μνήμης οφειλής στο σεπτό πρόσωπό του, καθότι στη συνείδηση των πιστών καταγράφεται ως όσιος πατήρ.

Αναρωτιέμαι πως θα μπορέσω να μεταφέρω, έστω και το ελάχιστο από το μυστήριο και την χάρη του μυστικού κόσμου του Γέροντά μας, που πανθομολογούμενα έζησε μαρτυρικά αλλά και υπερκόσμια. Η μορφή του ως ενός προσώπου χαριτωμένου και ηγιασμένου, καταγράφτηκε στις καρδιές όσων των γνώρισαν και άκουσαν.

Ο μακαριστός Γέροντάς μας, και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, αναλώθηκε στην διακονία της Αγίας μας Εκκλησίας εκ νεότητος και πριν ένα χρόνο χωρίς να γίνει αντιληπτός «ηρπάγη… ἀρεστὴ γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτού». Ο Μέγας Αρχιερεύς τον κάλεσε κοντά Του και εκείνος ανταποκρίθηκε αθόρυβα, καρτερικά, ταπεινά και ειρηνικά για να αναπαυθεί στην πατρική Του αγκαλιά με την προσδοκία της κοινής αναστάσεως και της ζωής του μέλλοντος αιώνος.

Σήμερα, μέσα από αυτές τις σύντομες γραμμές επαναλαμβάνομε το Ιώβειο «ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο· είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον» (Ιώβ 1, 21), κρατώντας στην καρδιά μας τη ολοφωτεινή παρουσία, το ήθος, το φρόνημα και το παράδειγμά του.

Ένας μεγάλος εκκλησιαστικός άνδρας με επιβλητικό παράστημα, χαρισματικός με μάτια λαμπερά, ευθυτενή και σπινθηροβόλα γεμάτα οραματισμούς υπήρξε ο Γέροντας Αιμιλιανός. Και πολύ από μας που τον γνωρίσαμε σήμερα στην ετήσια μνήμη του αναπολούμε και μνημονεύομε, ευγνωμονούμε και θαυμάζομε, ευχαριστούμε και δοξολογούμε τον Τριαδικό Θεό που μας τον χάρισε ως γνήσιο πνευματικό πατέρα, αεικίνητο, ακαταπόνητο και ακάματο ως την στιγμή που ο καλός Θεός του πρόσφερε το στέφανο του μαρτυρίου.

Συγχωρήστε με αυτήν την στιγμή θα στρέψω τη πέννα μου σε αυτόν στο σεπτό πρόσωπό του για να μνημονεύσω τα ποικίλα χαρίσματά του που πάντα επισταμένως έκρυβε.

Σεπτέ, πολυφίλητε Γέροντα, τίμιε εργάτη του Αμπελώνος του Κυρίου και πιστέ οικονόμε Του, όντως αξιομακάριστε και αλησμόνητε άγιε πρώην Καθηγούμενε της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, πολυσέβαστε Γέροντα Αιμιλιανέ. Είμαστε σίγουροι ότι «σε πήρε ο ουρανός και εκείνος κάποτε θα μιλήσει για εσένα».

Δυσκολεύομε να σε ιερογραφήσω. Τι να πω και τι να αφήσω; Θα χρειαζόταν πάρα πολύ χρόνος τόσος χρόνος όσος από τότε που στην παιδική μου ηλικία πρωτογνώρισα. Εξάλλου τα αισθήματα και τα βιώματα δεν είναι δυνατόν ποτέ να εκφρασθούν με λόγια. Υπήρξες αληθινά για όλους μας πατέρας, αδελφός και φίλος, προστάτης.

Παραδοσιακός και ταυτόχρονα ρηξικέλευθος, με ανοικτά μάτια, που έβλεπαν το αύριο της Εκκλησίας και ιδιαίτερα του μοναχισμού. Ήσουν μακρόθυμος και ανεκτικός, ανεξίκακος αλλά και μαχητικός για τα δίκαια των μοναχών. Φιλόθεος και φιλάνθρωπος, φιλόχριστος και φιλάγιος, φιλόκαλος και φιλάρετος, φιλακόλουθος και φιλομόναχος και αυτό μαρτυρείται από τους εκατοντάδες μοναχούς και μοναχές ανά τη οικουμένη.

Λειτουργικός και πρακτικός. Μεγαλοπρεπής στις θείες σου λειτουργίες, και προπάντων ιεροπρεπής. Βιβλική μορφή, αληθινός Γέροντας. Αγνός και τίμιος, ευθύς και ανιδιοτελής. Αξιοπρεπής, αριστοκράτης στην πιο ωραία σημασία του όρου, αξιότιμος και αξιομίμητος.

Η πνευματική λεβεντιά σου, η παρρησία, η ευψυχία, η ανδρεία, η αποφασιστικότητα, το θάρρος ήταν προσανατολισμένα στον Μεγάλο άγιο Βησσαρίων που εκ νεότητας διακόνησες, έφορος της Μονής της Μετανοίας σου. Η πραότητα, η υπομονή και η πιστότητα αντέγραφαν καθημερινά τις αρετές του.

Αυτός ήσουν. Γι’ αυτό σε θαυμάζαμε. Γι’ αυτό σε ακολουθούσαμε. Γι’ αυτό σε ακούγαμε. Γι’ αυτό γινόμασταν συνέκδημοί σου στο δρόμο της σωτηρίας και του αγιασμού, υπακούοντας στις πατρικές συμβουλές σου. Γι’ αυτό και σήμερα σε σεβόμαστε, σε τιμούμε, και σε αγαπούμε. Γιατί ήσουν «τύπος των πιστών εν πάσι» και η ζωή σου άντεχε στα πολυποίκιλα κριτήρια που δεχόσουν.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν πω σεβαστέ μου Γέροντα, όσο και αν δεν θα το ήθελες, πως τα κατάφερες να ισχύουν για εσένα όλοι οι μακαρισμοί του Κυρίου μας. Ήσουν από εκείνους τους σπάνιους ανθρώπους, τους αληθινά ταπεινούς που κατονομάζονται «πτωχοί τω πνεύματι» και των οποίων «εστίν η βασιλεία των ουρανών». Ήσουν από εκείνους τους «πενθούντες» που δέχονται την παρηγοριά του Παρακλήτου, από τους «πραείς» που θα είναι τελικά οι κληρονόμοι της γης, από τους «πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην» που θα χορτασθούν από τον Δικαιοκρίτη, από τους «ελεήμονες» που θα ελεηθούν από τον Παντελεήμονα, από τους «καθαρούς τη καρδία» που θα δουν τον Θεόν, από τους «ειρηνοποιούς» που θα εξονομασθούν «υιοί Θεού», από τους «δεδιωγμένους ένεκεν δικαιοσύνης», από αυτούς για τους οποίους ο Κύριος είπε το «μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ ὑμῶν ψευδόμενοι ένεκεν εμού» (Μθ. 5 , 3-12).

Δεν έπαυσες ποτέ να εργάζεσαι για την οικοδομή και τον πνευματικό επιστηριγμό των πνευματικών σου παιδιών, μοναχούς και μοναχές, να ιερουργείς, να διδάσκεις, να νουθετείς. Δεν έπαυσες ποτέ να αγαπάς και να αναλώνεσαι για τους μοναχούς, που ήταν για εσένα ο πολύτιμος θησαυρός σου. Ζούσες γι’ αυτό και για την σωτηρία των.

Όταν χτυπούσες την ράβδο σου βλέπαμε μπροστά μας τον σεβάσμιο Γέροντα, όταν επαναλάμβανες δύο και τρεις φορές εμφαντικά τις συμβουλές δεν ήταν μόνο για να τις κατανοήσομε, αλλά και για να μην λέμε πως δεν τις ακούσαμε. Φανέρωνες, με ένα ιδιαίτερο τρόπο, ότι ήσουν αυστηρός, στον εαυτό σου βέβαια, δυναμικός και ασυμβίβαστος, Ηγούμενος κύρους, που προμαχούσες για τα δίκαια του μοναχικού βίου και κατ’ επέκταση της Εκκλησίας.

Μας δίδαξες πως να αισθανόμαστε την παρουσία του Χριστού στη ζωή μας, όπως εσύ, τη μητρική στοργή της Παναγίας μας, που υπέρ αγαπούσες. Παντού και πάντα μαζί Της.

Καλέ μας Γέροντα,

Στο Ιερό σου Μνημόσυνο σήμερα που όλα τα πνευματικά σου παιδιά τελούν ομολογούμε πως με ένα μοναδικό τρόπο αγάπησες και αγαπήθηκες, τίμησες και τιμήθηκες. Σεβάστηκες και γι’ αυτό απολαμβάνεις τον απέραντο σεβασμό. Σήμερα που με ένα αλλιώτικο από τους συνήθεις τρόπους σου βρίσκεσαι ανάμεσά μας ένα άρωμα θεϊκό συνθέτη το παν εύοσμο θυμίαμα, γεμίζοντας και ευφραίνοντας την ύπαρξή μας, όπως τότε κατά την φυσική παρουσία στα Μοναστήρια σου.

Συγχώρησέ μας που δεν μπορούμε να συμβιβασθούμε με το γεγονός πως έφυγες από κοντά μας, που δυσκολευόμαστε να δεχθούμε ότι κοιμήθηκες. Το λέμε απίστευτο, αλλά είναι αληθινό. Η κοίμησή σου ήταν μία πραγματικότητα. Στο πένθος μας, μας παρηγοράει μόνο η αίσθηση ότι σε έχομε κοντά μας. Είσαι αθάνατος και για εμάς, που ευλογηθήκαμε από τα άγια χέρια σου λαμβάνοντας τη μεγάλη δωρεά να σε έχομε Πατέρα και ποδηγέτη, είσαι η αγία μας χαρά.

Το γνωρίζομε και το πιστεύομε πως πάντα μας μνημονεύεις ενώπιον του βήματος του Βασιλέως Χριστού. Να εύχεσαι για όλους εμάς, που σε γνωρίσαμε και μας γνώρισες για όσους και όσα αγάπησες και σε αγάπησαν. Να χαίρεσαι την Ανάσταση και να αποκριθείς παρακλητικά από εκεί που είσαι στη φωνή μας που σου φωνάζει: «μη εάσης ημάς ορφανούς».

Συγχωρέσε με, αν σε αδίκησα με όσα άτεχνα σκιαγράφησε η αδύναμος γραφή μου. Ήθελα όμως με όση δύναμη είχα να σου πω απλά, με βαθιά ευγνωμοσύνη, ένα μεγάλο «ευχαριστώ» για όσα έχεις κάνει για εμένα από την πρώτη στιγμή έως και αυτήν.

Ένα «ευχαριστώ» για όσα έμαθα στο Πανεπιστήμιο του Πετραχιλίου σου, και να μαρτυρήσω, τώρα που δεν με εμποδίζεις πια, κάποιες ανταύγειες της χάριτος του Θεού που χαρίτωνε την ολοκληρωτική αφοσίωση της ύπαρξής σου στο θείο Του Θέλημα. Με αυτούς τους σπόρους της αιώνιας μνήμης σου, που «όπου και αν την αγγίξεις πονάει», όπως θα έγραφε ένας μεγάλος ποιητής, θα μιλούμε όλοι που σε αγαπούμε ειλικρινά, Πατέρα και Πνευματικέ μας.

Αιωνία σου η μνήμη! Την ευχή σου!”.

 

The post Μνήμη δικαίου, Γέροντος Αιμιλιανού Σινωμοπετρίτου appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
9084
Η παρουσία του Γέροντος Αιμιλιανού στη ζωή και στη σκέψη μου https://geronaimilianos.org/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%af%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%82-%ce%b1%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8d-%cf%83%cf%84/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=%25ce%25b7-%25cf%2580%25ce%25b1%25cf%2581%25ce%25bf%25cf%2585%25cf%2583%25ce%25af%25ce%25b1-%25cf%2584%25ce%25bf%25cf%2585-%25ce%25b3%25ce%25ad%25cf%2581%25ce%25bf%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25bf%25cf%2582-%25ce%25b1%25ce%25b9%25ce%25bc%25ce%25b9%25ce%25bb%25ce%25b9%25ce%25b1%25ce%25bd%25ce%25bf%25cf%258d-%25cf%2583%25cf%2584 Tue, 07 Apr 2026 08:16:59 +0000 https://geronaimilianos.org/?p=9082 Μαρίνης Σπυρίδων  Όταν τον είδα για πρώτη φορά, υποσχέθηκα στην πείνα και δίψα μου να τον συναντήσω. Ο Εφραiμ της Φιλοθέου, ο Βασίλειος της Σταυρονικήτα, ο Γεώργιος της Γρηγορίου, ο Εφραίμ της Ξηροποτάμου παραμέρισαν μπροστά του. Πήγα κοντά του και με τύλιξε η ζεστή φωνή του, με στέγασε η απέραντη ματιά του. Ένιωσα ότι με...

Read More

The post Η παρουσία του Γέροντος Αιμιλιανού στη ζωή και στη σκέψη μου appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
Μαρίνης Σπυρίδων 

Όταν τον είδα για πρώτη φορά, υποσχέθηκα στην πείνα και δίψα μου να τον συναντήσω. Ο Εφραiμ της Φιλοθέου, ο Βασίλειος της Σταυρονικήτα, ο Γεώργιος της Γρηγορίου, ο Εφραίμ της Ξηροποτάμου παραμέρισαν μπροστά του.

Πήγα κοντά του και με τύλιξε η ζεστή φωνή του, με στέγασε η απέραντη ματιά του. Ένιωσα ότι με περίμενε. Εκεί, μέσα στην αγκαλιά του ξαναγεννήθηκα κι έζησα τα ωραιότερα Χριστούγεννα της ζωής μου.

Μετά, Σαρακοστη και Πάσχα, ένας μήνας τόσο λίγος, τόσο βραχύβιος για να τον χορτάσει η αναμονή των είκοσι τριών μου χρόνων. Λειτουργούσε κι ήθελα να σταματήσει ο χρόνος, να μείνω εκεί, μαζί του, αίώνια. Με κοινωνούσε και νόμιζα πως ή καρδιά μου δεν θ’ αντέξει. Στο αντίδωρο μου έσφιγγε το χέρι και η ζωή επανερχόταν μέσα μου, μαζί και η βεβαιότητα της αγάπης του. Είχε γεμίσει μια άδεια ψυχή.

Βρέθηκα στο Παρίσι, δυόμισι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά του, κι όμως ημουν πάντα παρών μέσα στην πατρική καρδιά του. Ήρθε και με είδε. Μήνες αργότερα μου εγραψε:

«Αγαπητέ μου Σπύρο, έλαβα χθες το γράμμα σου και μου εφάνη ότι όλα όσα είδον, όταν ήλθα εκεί, και μάλιστα η ιδική σου παρουσία, συνέρρευσαν μέσα εις το κελλίον μου και συ εις την καρδίαν μου… ».

Φύλαξα την πατρική του άγάπη ως πολύτιμο θησαυρό, οξυγόνο στην αποπνικτική καθημερινότητά μου. Άρχισα να μελετώ τiς διδαχές του εν παντί καιρώ και ώρα, γιατί «ή διδαχή ενός σοφού είναι πηγή ζωής, που απομακρύνει απ᾽ τις παγίδες του θανάτου».

Προσπάθησα να εφαρμόσω ως ιερά παρακαταθήτη την προτροπή της επιστολής του: «μελέτα, εύχου, εισέρχου εις το βάθος της ψυχής σου και του θελήματος του Θεού… ».

Σήμερα διαπιστώνω ότι σε κάθε μου ἐργο, η παρουσία του Γέροντος είναι πάντα παρούσα. Την αναζητω στο πρώτο δοκίμιο αισθητικής που εξέδωσε ο Αρμός, το 1996, με τίτλο «Νεοβυζαντινισμός, πρωτοπορία η Κitsch;». Την άνακαλύπτω, διακριτική, σε μία μακροσκελή παραπομπή:

«Όταν ομιλούμε περi προσευχής εσωτερικής νοεράς, δεν λέμε προσευχή νοερά, άλλα λέμε «ευχή». Ενώ, όταν ομιλουμε περl προσευχής, βάζουμε και αυτήν την πρόθεση μπροστά  «προς», γιατί δείχνει αμέσως ότι η προσευχή είναι η πορεία προς εν συγκεκριμένο πρόσωπο, με σκοπόν την ενωση με το πρόσωπο αυτό. Ενώ η ευχή είναι στάσις, ας το πούμε έτσι, και απόλαυσις εν τινι σημείω, όπου υπάρχει και ο Θεός – υπάρχει μια αντιδιαστολή, βλέπετε. Η προσευχή, λοιπόν, λέμε ότι είναι μια στροφή προς ένα πρόσωπο. Επομένως, για να υπάρχη προσευχή, πρέπει να υπάρχη το πρόσωπο αυτό. Και για να πω ότι προσεύχομαι εγώ, πρέπει να υπάρχη για μένα ενεργός η παρουσία του προσώπου αύτού».

Κάθε φορά που με καλούσαν να μιλήσω για τίς είκόνες επικαλούμην την βοήθειά του κι ανέτρεχα πάντα στα λόγια του.

Το καλοκαίρι του 1997 δέχτηκα το κάλεσμα να μιλήσω στην Ιερά Μητρόπολη Μαυροβουνίου, στα πλαίσια του 3ου Βαλκανικού Λειτουργικού Σχολείου «ο Άγιος Κλήμης». Το θέμα μου ήταν «είκόνα και προσευχή». Αναζητώντας την αφετηρία άνοιξα ένα πολυδιαβασμένο κείμενο. Ήταν η Εισήγηση του Γέροντος σ᾽ ενα Μοναστικό Συνέδριο της Θεσσαλονίκης του 1980, με θέμα «το μαρτύριον ως αφετηριακόν στοιχείον εις τον Ορθόδοξον μοναχισμόν»· το κείμενο της ομιλίας αυτής είχε εκτυπωθεί από το Σήμαντρο σε μορφή  ανατύπου, με μία ύπέροχη ξυλογραφία της Σιμωνόπετρας στο έξώφυλλο από τον Ράλη Κοψίδη. Το τευχίδιο αυτό το αγαπουσα πολύ. Με συνόδευε παντού, ως ένα πολύτιμο δωρο προς εμένα από τον ίδιο τον Γέροντα. Η ομιλία μου, τελικά, ξεκίνησε με τα λόγια του:

«Κάθε μοναχός εΙναι πάντοτε ένας θεολόγος και ένας δογματικός ανήρ, διότι ή μοναχική πολιτεία είναι συγκεφαλαίωσις όλου του περιεχομένου του ορθοδόξου δόγματος, είναι καταστάλαγμα της έμπειρίας της ορθοδόξου πίστεως και θεματοφύλαξ αυτής».

Το έτος 1999 κυκλοφόρησε το δεύτερο δοκίμιό μου με τίτλο «Αγιογράφος ­ Συντηρητής έργων τέχνης» από τις εκδόσεις του Νεκτάριου Παναγόπουλου. Στην «Ανακεφαλαίωση» του πρώτου μέρους η ιερή παρουσία του Γέροντος δηλώνεται ξεκάθαρα:

Προσεύχομαι μπροστα σε μία εικόνα, θα πει ο σεβαστός Γέρων Αίμιλιανός της Σιμωνόπετρας, σημαίνει ότι είναι ενεργή η παρουσία αυτού του προσώπου για μένα.

Το ίδιο έτος συμμετείχα σε μια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με θέμα «αισθητική και θεολογία της εικόνας», που οργάνωνε η Πινακοθήκη Πιερίδη και ο Δήμος Γλυφάδας, στα πλαίσια της 1ης Διεθνούς Έκθεσης Σύγχρονης Ορθόδοξης Εικονογραφίας με τον τίτλο «Εικόνων Τέχνη». Κι εδώ τα λόγια του Γέροντος υποστήριξαν καίρια την σκέψη μου:

Τελικά, μπορούμε να πούμε ότι η εικόνα δεν έχει Θεολογία, αλλά είναι αυτή η ίδια Θεολογία, σαρκώνει την Θεολογία και την αναπαριστά. Το εξέφρασε με τρόπο εμπειρικό και θεολογικώτατο ενας σύγχρονος Πατήρ της Εκκλησίας, ο Γέροντας Αιμιλιανός της Σιμωνόπετρας λέγοντας: «Ένας θεολόγος είναι η εικών. Οι εικόνες είναι θεολόγοι. Η εικών τί σημαίνει; Aποτύπωσις και αποκάλυψις του πρωτοτύπου. Το πρωτότυπο είναι ένας άγιος που βιοί τον Θεόν, ένας άγιος που εμορφώθη από τον Θεόν ή αυτός ούτος ο Θεός. Επομένως, εφ᾽ όσον επί το πρωτότυπον διαβαίνει η προσκύνησις της εικόνος, σημαίνει ότι η εικων είναι μία θεολογία».

Ακολουθεί η τρίτη ομιλία μου, το 2000 στην Πάτμο, όπου συμμετείχα στο Β’ Πανελλήνιο Συνέδριο του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος με θέμα «Η ορθόδοξη εκκλησιαστική τέχνη στην Ελλάδα σήμερα. Παράδοση – Εξέλιξη». Το θέμα της ομιλίας μου ήταν «σκέψεις γύρω από την σημασία του όρου «εκκλησιαστική τέχνη». Επικαλούμαι και πάλι την γνωστη περί προσευχής ρήση του Γέροντος αυτή την φορά για να υπηρετήσει την ερμηνεία της εικόνας:

Η μετωπικότητα (της είκόνας) συνδέεται έτσι άρρηκτα με την θέα του Θεού πρόσωπο προς πρόσωπο και ταυτίζεται με την προσευχή, κι όπως λέει ο Γέρων Αιμιλιανός της Σιμωνόπετρας, για να υπάρχn προσευχή, σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχη το πρόσωπο αυτό, να υπάρχn ενεργή η παρουσία του, να μπορώ μ᾽ άλλα λόγια να οικειοποιούμαι την παρουσία του.

Το 2002 εμφανίστηκε στις εκδόσεις Ακρίτας το μικρό δοκίμιο «Ιδού ο Νυμφίος», ενα σύντομο σχόλιο στην θεολογία του Νυμφίου και της εικόνας του. Η παρουσία του Γέροντος κυριαρχεί κι εδω, ήδη από την αρχή του δοκιμίου, βιώματα θεοπτίας από την ομιλία του «Αποκάλυψις και γνώσις του Θεού έν τη ταπεινώσει»:

Η κάθοδος του Θεού προς τα δημιουργήματά Του είναι το μέγα μυστήριο της αγάπης Του, γι᾽ αυτό και είναι αιώνια ακατάληπτο. Άρρητη και ακατανόητη η συγκατάβαση του Θεού να λάβει σάρκα και οστά. Ο τέλειος Θεός να γίνει και τέλειος άνθρωπος, πραγματώνοντας έτσι το πιο καινούργιο απ᾽ όλα τα καινούργια, το μόνον καινόν υπό τον ήλιο. Με τη σάρκωση ο Θεός δέχεται να παλέψει για χάρη των δούλων Του. «Αρνείται» τρόπον τινα να ζει μέσα στη μεγαλοπρεπή Του δόξα και να βλέπει να χάνεται το πλάσμα Του. «Αρνείται» Εκείνος να είναι το Φως και η Ζωή, και ο κατ᾽ εικόνα Του άνθρωπος να ζει μέσα στο σκοτάδι του θανάτου. Γι᾽ αυτο ο Θεός κατέρχεται, για να τον πλησιάσει. Η κάθοδός Του είναι και η ταπείνωση, η κένωσή Του. Αδειάζει λοιπόν ο Θεός κατά τρόπο ακατάληπτο απο τη θεϊκή Του δόξα, χωρiς να χάνει τiποτα απ᾽ αυτό που είναι, για να συναναστραφεί τους άνθρώπους. Όμως ο θεϊκός αυτός έρωτας είναι τόσος, που φθάνει ως τα άκρα. Ανεβαίνει ο Θεός στον Σταυρό κι από εκεί κατεβαίνει στον Άδη. Πιο χαμηλά δεν υπάρχει ούτε τόπος ούτε τρόπος για να πάει ο Θεός. Κι εκεί απλώνει τα χέρια Του, ώστε όποιος θέλει να μπορέσει να Τον πιάσει και να τον βγάλει μέσα από τον Άδη, όπως λέει ένας σύγχρονος πατηρ της Εκκλησίας, ο Γέρων Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης. Αυτή είναι η Άκρα Ταπείνωση του Θεού, ο Νυμφώνας του Θεανθρώπου.

Η εκδοτικη σιωπή μιάς δεκαπενταετίας διακόπτεται το 2016 με μια πραγματεία 500 σελίδων που φέρει τον τίτλο «Όσιος Ιερώνυμος, Βίος, Εποχή και σπουδαιότητα του έργου του, Τα Ασκητικά». Η μελέτη τυπώνεται σε λίγα αντίτυπα από τίς έκδόσεις του Νεκτάριου Παναγόπουλου. Η παρουσία του Γέροντος Αιμιλιανού εμφανίζεται τρεις φορές μέσα στο βιβλίο αυτό: η πρώτη στον πρόλογο και οι δύο επόμενες στις σελίδες του τρίτου μέρους, των Ασκητικών. Στον πρόλογο «ad Annam», αφιερωμένο στην σύζυγό μου Άννα γράφω:

Μέχρι το τέλος της ζωής μου θα κρατώ ως ιερά παρακαταθήκη τα λόγια του σεβαστού Γέροντος Αιμιλιανού του Σιμωνοπετρίτη που μου έγραψε σε επιστολή του:

«Μελέτα, εύχου, εισέρχου εις το βάθος της ψυχής σου και του θελήματος του Θεού». Ο Θεός,  Άννα  μου, γνώρισε, ανάλογα με τη δίψα μας, και στους δυό, πρότυπα αγιότητας. –Σ᾽ έσένα βέβαια, η γνωριμία αυτη (άγιος Πορφύριος) υπήρξε πιο βαθιά και για μεγαλύτερο διάστημα.– Κι αυτό, όχι γιατί είμασταν άξιοι της αγάπης των αγίων εκείνων ανθρώπων, αλλἀ γιατί ἐπρεπε να στηριχθεί η πίστη μας, να έχουμε ένα καθοριστικό βίωμα στη  ζωή μας  που θα μας επαναφέρει διαρκώς στο δράμα της αγιότητας και στον τελικό σκοπό της ζωής μας.

Η δεύτερη παρουσία του Γέροντος εμφανίζεται στο κεφάλαιο της απαρχής του μοναχισμού στη Δύση:

Το ιστορικό αυτό γεγονός επαληθεύει κατἀ την γνώμη μας την άποψη της σύγχρονης μοναστικής γραμματείας μας, που λέει ότι: «ο μοναχισμός εύρεν εις τον χώρον της Εκκλησίας πρότυπα ιδεώδους και θαυμαστού βίου και φρονήματος, παλαιοτέρους ασκητεύοντας αναχωρητάς και ερημίτας, οι οποίοι έμενον «άφθοροι», «παρθένοι», και ετέλουν μεγαλειώδη κατορθώματα».

Στο ίδιο κεφάλαιο εμφανίζεται και η τρίτη παρουσία του Γέροντος μόλις επτά σελίδες μετα την δεύτερη:

Οι τρεις Βίοι του οσίου Ιερωνύμου, είναι αδιαμφισβήτητο, αποτελουν ένα είδος ιστορίας του μοναχισμού. Ο όσιος Ιερώνυμος δεν ενδιαφέρεται να καταγράψει μια απλή,  ιστορική αρχή της μοναχικής πολιτείας, αλλά να δώσει συγχρόνως τα εσωτερικά πρότυπα που ωθούν μια ψυχη να αφιερωθεί στο Θεό. Έτσι, εκτός από τα πολύτιμα αυτά συγκριτικά στοιχεία που μας  προσφέρουν οι ιστορικες και φιλολογικές μελέτες θεωρούμε σημαντικό να αναζητήσουμε τα θεολογικά πρότυπα του οσίου, γιατί ακριβώς «η εμφάνισις του ιστορικού θεσμού του μοναχισμού ήτο μια σπουδαιοτάτη και βασική στιγμή της ιστορίας του κόσμου», αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «αι αλλεπάλληλοι κατόπιν μοναχικαί περίοδοι, κατ᾽ εποχάς και κατά τόπους, διέσωσαν το εσχατολογικόν βίωμα εις τας συνθήκας των χριστιανικών κοινωνιών».

Δέκα χρόνια αργότερα, το 2025, ο Μητροπολίτης Περιστερίου Γρηγόριος και καθηγητής του Κανονικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών συγκαταλέγει στην επιστημονική σειρά που διευθύνει με τον τίτλο «Νομοκανονικά Σύμμικτα» την μελέτη μου «οί κανόνες της αγιογραφίας». Στο βιβλίο αυτό η παρουσία του Γέροντος Αιμιλιανού εμφανίζεται τρεις φορές:

1) Τί σημαίνει όμως νήψη; Η απάντηση μας δίνεται καίρια από έναν σύγχρονο φιλοκαλικό Πατέρα της Εκκλησίας: «η λέξις νήψις παράγεται από το ρήμα νήφω, που σημαίνει, παρατηρώ προσεκτικά, αγρυπνώ· η ψυχή μου δεν καθεύδει, αλλά ζωηρώς παρακολουθεί. (…) η λέξις νήψις έχει την έννοια της αδιαλείπτου αγρυπνίας, που είναι καθαρή ενέργεια του νου. (… ) η νήψις, η εγρήγορσις του νοός, είναι η κατ᾽ εξοχήν λειτουργία του πνεύματός μας, το κυνηγητό και η παρακολούθησις του Αγίου Πνεύματος, ό,τι ανώτερο εχει χαρίσει στην ανθρώπινη ύπαρξι ο Θεός».

2) Η τέχνη της αγιογραφίας οφείλει να δείχνει το «ορθό» πνεύμα της εκκλησιαστικής ζωής και να οδηγεί με τον τρόπο αυτό τον πιστό στην προσευχή και στην θέα της εσχατολογικής δόξας του Θεού. Αντίθετα, το σαρκικό πνεύμα της φιληδονίας μαγεύει την όραση και διαφθείρει το νου, διότι η φαντασία έρχεται συνεργός στην αμαρτία. Η φαντασία γίνεται το λίπασμα που τρέφει το νου μας και τον καθιστά μία ζωγραφιά, την οποία βλέπουμε και απολαμβάνουμε· αυτό όμως είναι μια ένοχη κατάσταση, διότι δεν είναι όραση Θεού, αλλά «αδολέσχησις, απόλαυσις μιάς άλλης εικόνας μέσα στην ψυχή μας».

3) Τέλος, τα θεόπνευστα λόγια του Γέροντος θα πουν τον «τελευταίο λόγο» και θα ολοκληρώσουν έτσι το σύντομο αύτο δοκίμιο:

Ένας σύγχρονος Πατέρας της Εκκλησίας διαπίστωσε ότι «στην εποχή μας η λέξις δόγμα (θα προσθέταμε και Κανόνας) δεν ηχεί σωστά στην καρδιά μας, ουτε στα αυτιά μας. Επειδή ο σύγχρονος άνθρωπος αρνείται κάθε μορφη αυθεντίας, η λέξις δόγμα ηχεί πολύ σκληρά στην ψυχή του. Ο σύγχρονος άνθρωπος ξεύρει να προβάλλη το θέλημά του, να επιβάλλη την γνώμη του, να λιβανίζη την ασυδοσία  του, την πνευματική του ανευθυνότητα, να υποστηρίζη την ελευθερία και την χειραφέτησι, να λέγη ότι δεν πιστεύει σε δόγματα· απλούστατα δεν τα καταλαβαίνει· νομίζει ότι είναι θεολογικοί ορισμοί χωρίς κάποια ουσιαστική αιτία. Δεν έχει θεολογικές γνώσεις και μεταφυσικές εμπειρίες, οπότε η λέξις δόγμα (Κανόνας) τον κάνει να αντιδρά. Την συνδέει με την επιβολή νόμων που εξαναγκάζουν τις ψυχές των ανθρώπων, καθώς και με ακατανόητες φιλοσοφικές αρχές. Αλλά για  μας το δόγμα (και ο Κανόνας) είναι κάτι άλλο. Είναι το γράμμα καί το πνεύμα της Αγίας Γραφής και της ιεράς παραδόσεως. Είναι η μεγαλόφωνη των ορθοδόξων παράδοσις, η κοινή συμφωνία των αγίων Πατέρων».

*

Η πενιχρή αυτή συγγραφική καταγραφή –σε διάστημα τριάντα περίπου χρόνων– της παρουσίας του Γέροντος Αιμιλιανού αποτελεί απλά μία αντικειμενική πραγματικότητα, συγχρόνως όμως γίνεται μάρτυρας μιάς άλλης πραγματικότητας που βιώνεται μέσα στην καρδιά του συγγραφέα, κι αυτή δύσκολα έως αδύνατα ανιχνεύεται από τον αναγνώστη. Αυτή την πραγματικότητα προσπάθησε άτεχνα να παρουσιάσει ο συγγραφέας σαν ενα γρήγορο σχέδιο, μια λευκογραφία του προσώπου εκείνου που τον οδήγησε στόν Χριστό. Μέχρι το τέλος της ζωής του δεν θα πάψει ποτε ν᾽ απαντά νοερά στην επιστολή του:

«Σεβαστέ μου Γέροντα Αιμιλιανέ, κάθε στιγμη που σε σκέφτομαι, μου φαίνεται ότι όλα όσα είδα, όταν ήλθα εκεί στη Σιμωνόπετρα και μάλιστα η δική σου παρουσία, συρρέουν μέσα στο νου μου κι εσύ στην καρδιά μου, αδιάλειπτα, μέχρι ο Κύριος να μας ενώσει και πάλι αιώνια. Αμήν».

 

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΑΡΙΝΗΣ

The post Η παρουσία του Γέροντος Αιμιλιανού στη ζωή και στη σκέψη μου appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
9082
«Ο δρόμος για τον Θεό περνά μέσα από τον αδελφό»: σχόλιο στην θεολογία του πατρός Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη https://geronaimilianos.org/%ce%bf-%ce%b4%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b8%ce%b5%cf%8c-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%bd%ce%ac-%ce%bc%ce%ad%cf%83%ce%b1-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%cf%84%ce%bf%ce%bd/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=%25ce%25bf-%25ce%25b4%25cf%2581%25cf%258c%25ce%25bc%25ce%25bf%25cf%2582-%25ce%25b3%25ce%25b9%25ce%25b1-%25cf%2584%25ce%25bf%25ce%25bd-%25ce%25b8%25ce%25b5%25cf%258c-%25cf%2580%25ce%25b5%25cf%2581%25ce%25bd%25ce%25ac-%25ce%25bc%25ce%25ad%25cf%2583%25ce%25b1-%25ce%25b1%25cf%2580%25cf%258c-%25cf%2584%25ce%25bf%25ce%25bd Tue, 07 Apr 2026 08:15:31 +0000 https://geronaimilianos.org/?p=9080 Δημήτριος Ἰωάννου, Φιλόλογος, Συγγραφέας Ο πατήρ Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης υπήρξε μια από τις βασικότερες μορφές που κρύβονται πίσω από την αναγέννηση του αγιορείτικου μοναχισμού των ημερών μας. Χωρίς καμιά αμφιβολία, αν και δεν είναι ευρύτερα γνωστό, υπήρξε με το πνευματικό του έργο (μέρος του οποίου είναι και οι συγγραφές του, για την ακρίβεια οι καταγεγραμμένες «ομιλίες»...

Read More

The post «Ο δρόμος για τον Θεό περνά μέσα από τον αδελφό»: σχόλιο στην θεολογία του πατρός Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
Δημήτριος Ἰωάννου, Φιλόλογος, Συγγραφέας

Ο πατήρ Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης υπήρξε μια από τις βασικότερες μορφές που κρύβονται πίσω από την αναγέννηση του αγιορείτικου μοναχισμού των ημερών μας. Χωρίς καμιά αμφιβολία, αν και δεν είναι ευρύτερα γνωστό, υπήρξε με το πνευματικό του έργο (μέρος του οποίου είναι και οι συγγραφές του, για την ακρίβεια οι καταγεγραμμένες «ομιλίες» του) ένας μεγάλος σύγχρονος νηπτικός θεολόγος, που επικαιροποιεί το γνήσιο φιλοκαλικό πνεύμα, και μάλιστα με εντελώς πρωτότυπο και δημιουργικό τρόπο. Στο παρόν κείμενο θα ήθελα να αναφερθώ ακροθιγώς στη θεολογία του, αξιοποιώντας το υλικό που υπάρχει γι’ αυτόν στο βιβλίο του καθολικού μοναχού Λορέντζο Ντιλέττο, «Οδοιπορικό στο Άγιο Όρος» (Εστία, 2003), όπου και παρατίθενται αυτούσιοι αρκετοί λόγοι του Γέροντα. Προτίμησα κάτι τέτοιο γιατί τα μεγάλα συγγράμματα του Πατρός θα απαιτούσαν εκτενέστερη πραγμάτευση.

Η σκέψη λοιπόν ολόκληρη του Αγιορείτη Ηγουμένου θα μπορούσε να συνοψιστεί στο δίδαγμα «ο δρόμος για τον Θεό περνά μέσα από τον πλησίον». Αυτό μάλλον είναι το κεντρικό μήνυμα του έργου του. Τι είναι όμως αυτό που προσδίδει στην κοινωνία μας με τον άλλον αυθεντικότητα και γνησιότητα; Θα πρέπει λοιπόν ευθύς εξαρχής να πούμε ότι, συν τοις άλλοις, πέρα από όσα είναι ήδη γνωστά, τη σχέση μας με τον αδελφό θα πρέπει να διέπει ένα πνεύμα «λεπτότητας», μιας άκρας ευαισθησίας να μην τον πληγώσουμε στο παραμικρό. Αυτή η «λεπτότητα» δεν συνιστά μια ακόμη ηθικολογική επιταγή δίπλα σε πολλές άλλες. Για να μάθει κανείς να φέρεται με «λεπτότητα», θα πρέπει πρώτα από όλα να απαγκιστρωθεί από τα γήινα, τα σάρκινα, που κάθε άλλο παρά πρέπει να ταυτίζουμε με τα «χρειώδη». «Γήινα» είναι όλα τα στενόψυχα, τα μικρόμυαλα, τα αναξιοπρεπή. Παράδειγμα, λέγει ο πατήρ, αναφερόμενος βέβαια στη ζωή του Μοναστηριού (όλα αυτά διατηρούν όμως μια αναλογία και με την ζωή ενός «κοσμικού», ενός λαϊκού): «Αν κάποιος ρωτήσει τι ώρα είναι και του απαντούν «εφτά και είκοσι», και έρθει ένας άλλος και του πει «όχι, είναι εφτά και είκοσι πέντε», τότε αυτός που του απάντησε είναι ένας αμαρτωλός, ένας σαρκικός και δεν μπορεί να πάει να μεταλάβει». Και αμέσως ρωτά: «Τι σημασία έχουν πέντε λεπτά λιγότερα ή περισσότερα; Ο δικός μας χρόνος είναι η αιωνιότητα…». Αυτό που θέλει να πει ο Γέροντας εδώ είναι ότι μεταξύ των δύο αδελφών (της Μονής) συνέβη να διαμειφθεί ένας διάλογος, που μπορεί κάποιος τρίτος να άκουσε, ωστόσο αγνοεί τον βαθύτερο λόγο που οι άλλοι επικοινώνησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μπορεί να ήθελαν να αποκαταστήσουν την επικοινωνία μεταξύ τους, μπορεί ο ένας να ήθελε απλώς να βοηθήσει τον άλλον να εκδιώξει κάποιον λογισμό ή μια στενοχώρια, και γι’ αυτό προσπάθησε να του δώσει αφορμή να πει έναν λόγο. Γιατί άραγε θα πρέπει να παρεμβαλλόμαστε εμείς στο μέσον του «λόγου» των άλλων και να διασπάμε τόσο εύκολα αυτή την κοινωνία των ψυχών, της οποίας αγνοούμε τον βαθύτερο «καρδιακό» ορίζοντα; Αν επρόκειτο για ένα σοβαρό λάθος, με κίνδυνο να διαταραχτεί το πρόγραμμα της αδελφότητας, τότε θα υπήρχε πράγματι δικαιολογία να παρέμβει κανείς. Τώρα, όμως, αυτό που κρύβεται πίσω από την «διόρθωση» είναι κατά βάθος «η αντιλογία στον αδελφό». «Όποιος αντιλέγει στον αδελφό του και τον στενοχωρεί δεν μπορεί να κοινωνεί», διαβάζουμε (σημειωτέον ότι το «πνεύμα αντιλογίας» είναι ένα πάθος που υποκρύπτει βαθύτερα εριστικότητα και εγωκεντρικότητα). Βέβαια, στον κόσμο τα πράγματα έχουν διαφορετικά, και κάθε λίγο και λιγάκι «διορθώνουμε» τους άλλους. Αυτό όμως πιθανόν συμβαίνει γιατί συνηθίσαμε να πνίγουμε με την δική μας παρουσία, την υποτιθεμένη «πληθωρικότητά» μας, τους άλλους, γιατί στην ουσία θέλουμε να ακούγεται μόνο ο δικός μας λόγος. Επιθυμούμε να αντηχεί το δικό μας «όχι», που ξεκινά μεν από την «διόρθωση» της ώρας, για να φτάσει τελικά να διορθώσει ολόκληρο τον «καιρό» του συνανθρώπου μας. Και αυτή η προσπάθεια να κανονίσουμε εμείς τον «καιρό» των άλλων, που παίρνει συνήθως τη μορφή της «φλυαρίας», του φόβου ακόμη να σταματήσουμε να μιλάμε, της «περιεργίας και της φιλαρχίας», είναι φυσικό να θλίβει τον συνάνθρωπο. Άλλωστε, όταν μιλάμε, βρισκόμαστε πάντα -πλην σπανίων εξαιρέσεων- στον κόσμο της πλάνης. Άραγε, θα πρέπει κι εμάς να μας το θυμίζουν αδιάκριτα συνεχώς;

Περαιτέρω, ο Γέροντας λέγει, απευθυνόμενος στους μοναχούς, ότι όποιος πει «έναν αργό λόγο, μια είδηση από την επικαιρότητα», ζημιώνει τον αδελφό του πολύ. Μπορεί, εννοεί, κάποιος να προσεύχεται με θέρμη, να έχει αγωνιστεί πολύ να πετύχει αυτή τη φλόγα, τη ζέση στην προσευχή του, και ξαφνικά έρχεται ένας και τον ρωτά: «Το έμαθες; Στον κόσμο ο τάδε πολιτικός έκανε την εξής παράνομη πράξη…». Γιατί όμως αυτή η κουβέντα συνιστά άραγε αμαρτία; Γιατί αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, «ασχημονία», η οποία και ορίζεται ως η προσπάθεια να «απο-σπάσουμε» τον άλλον από το ουσιώδες στο ουτιδανό. Ο μοναχός (αλλά και κάθε άνθρωπος) είναι ο φορέας της δικής του εναγώνιας εσωτερικής πάλης για το αγαθό, δίνει κάθε λεπτό τον αγώνα  για ό,τι θα όριζαν οι υπαρξιστές «αγωνία της ύπαρξης», είναι κλεισμένος στο «ταμείο της καρδιάς» του. Έχει ως προσωπικό προνόμιο, δωρισμένο από τον Θεό, την «εσωτερικότητα», την όποια ακριβώς θα πρέπει να μάθουμε να σεβόμαστε πάνω από όλα. Για να βρεθεί κανείς στο Μοναστήρι, ή ακόμη και σ’ ένα ναό, για να έχει κλίνει το γόνυ και γείρει την κεφαλή μπροστά σε κάποια εικόνα, σημαίνει ότι κατάφερε, με θεία βοήθεια, να «αποσπαστεί» από την μέριμνα και να επιλέξει το «εν ου έστι χρεία». Δεν θα πρέπει άραγε να αισθανθούμε το μυστήριο; Κάθε άνθρωπος ζητά, έστω κι αν δεν τολμά να το πει μήτε στον εαυτό του, τον σεβασμό αυτής της «ιδιαιτερότητας» και «διαφορετικότητάς» του, της μόνης αληθινής. Όχι βέβαια ότι στον κόσμο δεν θα γελάσουμε και δεν θα αστειευτούμε ή και δεν θα διασκεδάσουμε. Αλλά όλα αυτά μπορούν να γίνουν εν γνώσει του ότι ο άλλος συνιστά «εσωτερικότητα». Γι’ αυτό και είναι λάθος να παραγνωρίζουμε, ή ακόμη και να ακυρώνουμε με τον τρόπο μας, την επιθυμία του άλλου για «αυθεντικότητα», να προσπαθούμε να καταπνίξουμε τον «τροπισμό» της ψυχής του– συνήθως φοβόμαστε την αυθεντική, την νικηφόρα πάλη του άλλου, νιώθουμε να μας βγάζει από την ψευδαίσθηση. Και έτσι, όταν πει κανείς στον άλλο (μοναχό) για τον τάδε πολιτικό, τότε, έστω κι αν δεν το αισθάνεται, συμβαίνει όντως να του έχει επιτεθεί από ψυχοδυναμική άποψη, να του έχει καταφέρει ένα κτύπημα.

Πώς όμως θα μπορέσουμε να γλιτώσουμε από όλη αυτή την απρέπεια, την προπέτεια, την ασχημονία; Χρειάζονται άραγε μεγάλοι αγώνες και φοβερές ασκητικές προσπάθειες, νηστείες και χαμευνίες; Καθόλου λοιπόν δεν απαιτείται ένα νέο καθηκοντολόγιο: «μη το ένα μη το άλλο…». Αυτό που χρειάζεται, μαθαίνουμε, είναι παραδόξως να παραδοθούμε απλά «στην άνεση της πνευματικής ζωής», που σημαίνει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να αφήσουμε τον εαυτό μας να αισθανθεί την «ευκολία» της αγάπης -θυμάμαι πάντα τον υπέροχο λόγο κάποιου Γέροντα, που μου είπε ότι «η αγάπη είναι εύκολη». Γενικά, πρέπει να καταλάβουμε ότι τα «προβλήματα» γεννιούνται πάντα ως ψευδοπροβλήματα. Αν διαρκώς τρέχει ο πιστός να γίνει «άγιος», γιατί δεν ταπεινώνεται και δεν εννοεί τι σημαίνει «αχρείοι δούλοι εσμέν», τότε πράγματι θα τον νοιάξει πολύ που η ώρα συμβαίνει να είναι 7:25 και όχι 7:20. Και αυτό γιατί σκέπτεται: «τι σημαντικό χρονικό διάστημα είναι τα πέντε λεπτά! Αν είχα αγωνιστεί αυτά τα 5 λεπτά, τώρα θα ήμουν άγιος».  Έτσι όμως ο χρόνος γίνεται μάστιγα. Γενικά, αν δεν ζει κανείς, όπως λέγει ο πατήρ, «εν πνεύματι στην αιωνιότητα», αν διαρκώς, με εγωπάθεια, τρέχει πίσω από την αρετή του και το «εγώ» του, τότε πολύ απλά «αρχίζει να υποπτεύεται ο ένας τον άλλον, γεννιούνται μικρότητες και μικροψυχίες». Ο μοναχός ζει όμως μια ζωή «άνετη», γιατί ακριβώς πέταξε το περιττό, την «κακία της ημέρας», για την οποία μίλησε ο Κύριος. Αν δεν νοιάζεται κανείς τι θα γίνει με τα λεφτά του και τα πράγματά του, ακόμη –ο πατήρ απευθύνεται σε μοναχούς, γι’ αυτό μιλά με τόση τόλμη- και με την υγεία του (την οποία βέβαια οφείλουμε όλοι να προσέχουμε κατά το ανθρώπινον), τότε είναι άραγε δυνατόν να φτάσει στο σημείο να υποπτεύεται τον άλλο για οποιοδήποτε πράγμα; Και τι άνεση είναι αλήθεια να πετάξει κανείς όλη αυτή την ματαιότητα: συμβαίνει μάλιστα καμιά φορά «μάταια» να είναι τα πολύ μικρά, τα ασήμαντα, τα οποία, όμως, σωρευόμενα, ανεπίγνωστα κρατούν περισσότερο δέσμια τη ψυχή μας από τα «μεγάλα». Το «εγώ» δένεται ενίοτε ακόμη και με τα ουτιδανά για να μπορέσει να διασωθεί (οπότε και χρειάζεται ένας διακριτικός γέρων, για να μας δώσει να καταλάβουμε ότι πράγματι αυτό που νομίζουμε άνευ σημασίας, το «μικρό», που δεν το υπολογίζουμε, έχει ματαιότητα και ως εκ τούτου είναι επιζήμιο).

Μιλώντας όμως ειδικότερα για τη σχέση με τους επιτρόπους της Μονής, ο πατήρ λέγει ότι «ο μοναχός πρέπει να τους θεωρεί εκλεκτούς του  Θεού… Δεν πρέπει να υπάρχει ούτε επιφύλαξη ούτε απείθεια (απέναντί τους).» Εδώ πάλι θίγεται ένα τεράστιο φιλοκαλικό θέμα, το ζήτημα της «επιφύλαξης» απέναντι στον αδελφό, που καταστρέφει ψυχοδυναμικά την ύπαρξή μας, όταν συμβεί να προσδιοριστεί ο εαυτός μας αρνητικά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ανοίγεται κανείς και εκμυστηρεύεται τα μύχια της ψυχής του στον πρώτο τυχόντα, αφήνοντας τους πάντες να σκυλεύουν την προσωπική του ζωή. Σημαίνει αντιθέτως ότι υπάρχει, παρά την ανάγκη για σύνεση, ένα τεράστιο περιθώριο για εμπιστοσύνη σε ορισμένους ανθρώπους του Θεού (και υπάρχουν πάντα τέτοιοι άνθρωποι, όσο υπάρχει Εκκλησία). Όπου λοιπόν βρούμε αυτό το περιθώριο, τότε ναι, πρέπει να παραδοθούμε ψυχοδυναμικά στον άλλον, δίχως «επιφυλάξεις» (δίχως να κρατάμε τα «ατού» μας, όπως θα έλεγε ο π. Συμεών Κραγιόπουλος). Και γιατί έχει κανείς επιφυλάξεις; Πολύ απλά, γιατί φοβάται ότι (στην υπακοή) θα χάσει το πλεονέκτημά του, το δυνατό του σημείο, θα αποκαλυφθεί η αχίλλειος πτέρνα του. Αλλά στην «υπακοή», διαβεβαιώνουν οι σύγχρονοι πνευματικοί πατέρες, δεν στέκονται αυτές οι μικροψυχίες: στις Μονές μάλιστα οφείλουν οι αδελφοί, ως ένα βαθμό, να κάνουν «υπακοή»  σε όλους, ακόμη και στους ταπεινότερους συμμοναστές τους, ούτως ώστε να γίνει ολόκληρη η ζωή του αδελφού «ακοή» του άλλου. Πώς να «ξεμπλοκαριστεί» όμως κανείς από το δέσιμο με το εγώ του, όταν κρατά τις επιφυλάξεις του; Τελικά, μαθαίνει να είναι επιφυλακτικός ακόμη και με τον ίδιο τον Χριστό!

Η διάκριση επιβάλλει λοιπόν να σέβεται κανείς το έργο του άλλου, να μην ανακατεύεται σε αυτό, να μην παρεμβάλλεται διαρκώς στα πόδια του. «Να μην ανακατεύεστε στα διακονήματα των άλλων», λέγει ο πατήρ, γιατί η επιτέλεση του διακονήματος αποβαίνει έκφραση του εσωτερικού κόσμου του άλλου. Ωστόσο, θα πρέπει παράλληλα να αντιλαμβάνεται κανείς πότε ο συμμοναστής έχει «ανάγκη βοήθειας», και μόνο τότε, έστω και αν εκείνος δεν τη ζητήσει (πχ από διάκριση, από ντροπή κλπ), εμείς θα πρέπει να του την προσφέρουμε. Αυτό σημαίνει ότι άλλο είναι να νομίζει κανείς, με δική του γνωμοδότηση, ότι ο αδελφός χρειάζεται τη βοήθειά του, και άλλο πράγματι εκείνος να την χρειάζεται, και ακόμη περισσότερο μας να τη ζητά («θέλεις υγιής γενέσθαι;», ρωτούσε και ο Κύριος τους ασθενείς πριν τους θεραπεύσει, γιατί υπάρχουν άνθρωποι, όπως ερμηνεύουν μερικοί, που «ταμπουρώνονται» στην αρρώστια τους και δεν θέλουν να βγουν από αυτήν!). Η ανάγκη για βοήθεια πηγάζει από τον άλλον ως γνήσια «φωνή», ως υπαρξιακή έκκληση, και πρέπει να μάθουμε να ακούμε το μυστικό κέλευσμα του άλλου, γιατί αλλιώς, αν κάνουμε εμείς το έργο που πρέπει εκείνος να κάνει (για να ωριμάσει και να ενηλικιωθεί), είτε τον πνίγουμε, είτε δεν τον αφήνουμε να προοδεύσει, να διδαχτεί πιθανόν από τα λάθη του. Δεν μιλάμε εδώ για κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις (όταν πχ ο νους του άλλου «δεν λειτουργεί», οπότε και θα πρέπει να μεταχειριστεί κανείς μια δικαιολογημένη «βία», προκειμένου να σώσει τον αδελφό από έναν μεγάλο κίνδυνο κλπ).

Με όλα αυτά γίνεται φανερό ότι ανακαλύπτουμε τον Κύριο «στον ευλογημένο τόπο του Μοναστηριού, όπου ο Χριστός είναι παρών παντού και  τον συναντάμε στο πρόσωπο του καθενός». Η ευχαριστιακή κοινότητα, η Εκκλησία, με την εσχατολογική της διάσταση, αποτελεί τον τόπο στον οποίο  αναγνωρίζουμε τον Χριστό μέσα στο πρόσωπο του άλλου (το ίδιο μπορεί να ειπωθεί όμως και για την ενορία). Για τούτο και η Μονή, η εκκλησία, ως ο χώρος της πλήρους παρουσίας του Θεανθρώπου, γίνεται το ορμητήριο αγιασμού κάθε τόπου, κάθε περιοχής, ολόκληρου του κόσμου, που ακόμη μπορεί να κείται μέσα στο σκοτάδι, να μην έχει καν «όνομα». Μοναχισμός σημαίνει διαρκής συνύπαρξη με τους αγίους, πράγμα που δυστυχώς μας δοκιμάζει, γιατί δεν αντέχεται πάντα η ζωή δίπλα σε έναν αληθινό φορέα της χάρης («δεν είναι πάντα  εύκολη η ζωή με τους Αγίους», έλεγε ο πατήρ Σωφρόνιος). «Αυτό το μεγάλο προνόμιο που έχουμε (=να ζούμε στη Μόνη) πρέπει να  μας ωθεί να βιώνουμε με ζήλο τη δόξα της συνυπάρξεώς μας με τον Χριστό, τους αγίους, τους αγγέλους, και να μην ξεπέφτουμε σ’ έναν κοσμικό τρόπο ζωής – όπως συμβαίνει συνήθως. Πρέπει να επωμιστούμε… το καθημερινό μας μαρτύριο». Με άλλα λόγια, όταν συγκατοικούμε με τους αγίους, γεννιέται μέσα μας το τρομερό συναίσθημα του φόβου, ότι μπορεί να εκπέσουμε από τη μακαριότητα της κοινωνίας μαζί τους, οπότε και η επαγρύπνηση να μην καταντήσει κανείς έρμαιο της «κοσμικότητας» πρέπει να είναι διαρκής και έντονη. Στις ενορίες αυτό ίσως παίρνει τη μορφή της αναγκαιότητας να γίνεται ο πιστός «μάρτυρας», με την απλή παρουσία του, της ευαγγελικής αλήθειας. Άλλωστε, ο χριστιανός υπάρχει «εις έπαινον δόξης της χάριτος» (Εφ. α 6) του Θεού, και μάλιστα οι χριστιανοί οφείλουν πρωτίστως να «γίνονται ο ένας δούλος στον άλλο διά της ανιδιοτελούς αγάπης» (Γαλ. ε, 13). Αυτή η «δουλεία» του ενός στον άλλον, που συνιστά βέβαια και την μέγιστη ελευθερία, εφόσον ο άλλος είμαστε εμείς, είναι που κάνει τον π. Αιμιλιανό να θεωρεί ότι τελικά οφείλουμε να δίνουμε στον άλλον «χώρο», όχι απλά βοήθεια. «Μόνο αν υποτάσσουμε τον εαυτό μας, γίνεται το διακόνημα αποστολική διακονία. Έτσι, η  σχέση με τους άλλους στην άσκηση του διακονήματος είναι σχέση υποταγής, επιθυμία να δώσουμε χώρο στο άλλον…». Το να δίνει κανείς «χώρο» στον αδελφό του είναι από ψυχοδυναμική άποψη ό,τι καλύτερο μπορεί να κάνει πχ ένας γονιός για το παιδί του, ένας δάσκαλος για το μαθητή του, μάλλον και ένας πνευματικός πατέρας για το τέκνο του. Θα πρέπει να εννοήσουμε ότι, όπως άλλωστε θα πει παρακάτω ο ίδιος ο πατήρ, δεν μπορεί ο Γέροντας να στερήσει από τον υποτακτικό την ελευθερία του, να τον υποκαταστήσει στον πνευματικό αγώνα που πρέπει εκείνος να κάνει. Είναι το ίδιο με αυτό που έκανε ο Πατέρας της παραβολής του Ασώτου: μόλις του είπε ο γιος του «δώσε μου την περιουσία», δεν τον εμπόδισε από φόβο μην αμαρτήσει, αλλά του έδωσε το μερίδιό του, γιατί έπρεπε να πάθει και να μάθει. «Και διείλεν αυτοίς τον βίον». Γι’ αυτό άλλωστε και ο πνευματικός ονομάζεται «πατέρας».

****************

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε κάτι πολύ εντυπωσιακό, ότι δηλαδή τις σχέσεις μεταξύ των μοναχών, και προπαντός Γέροντος και υποτακτικού, ρυθμίζει η ελευθερία. Μιλήσαμε ήδη για την «άνεση» που  χαρακτηρίζει τη ζωή ενός μοναχού, πράγμα που καθιστά το βίο του αληθινά βασιλικό, καθώς δεν υποπίπτει πια στο κράτος της «ανάγκης» (πρώτιστη δουλειά ενός αρχαρίου μοναχού  είναι άλλωστε, για να θυμηθούμε και τον Άγιο Παΐσιο, να «πετά» οτιδήποτε άχρηστο και περιττό, εφόσον μάλιστα οι όποιες «πολυτέλειες» μας σκλαβώνουν και τρώνε τον χρόνο μας). Διαβάζουμε όμως και τα εξής: «όσον αφορά την τράπεζα, όταν έχουμε αγρυπνία, το βραδινό φαγητό είναι πάντα νηστίσιμο. Κάποιοι ωστόσο μου ζητούν πιο θρεπτικές τροφές, γιατί με δυσκολία αντέχουν την αγρυπνία. Το εδεσματολόγιό μας είναι αρκετά θρεπτικό. Αν όμως κάποιος έχει ανάγκη κάτι παραπάνω, να το ζητήσει και θα του δοθεί ό,τι θελήσει…». Δεν μπορεί δηλαδή ο Γέροντας να υπαγορεύσει στον άλλον επακριβώς πόσο θα νηστέψει, ούτε είναι δυνατόν να μετρήσει τις μπουκιές του καθενός, γιατί αυτό – αν το εννοώ καλά- είναι αναξιοπρεπές. Ο ίδιος ο πιστός -στον κόσμο έχουμε τους πνευματικούς- ξέρει τελικά προς τα πού θα βαδίσει, αρκεί βέβαια, έχοντας λάβει την γενική καθοδήγηση, να έχει συλλάβει το «πνεύμα» της άσκησης και τι σημασία έχει ειδικότερα η νηστεία. Ωστόσο, υπάρχει κίνδυνος κάποιος να μην πηγαίνει να φάει στη δεύτερη τράπεζα, την προοριζόμενη για όσους έχουν ανάγκη περισσότερης τροφής, επειδή, βλέποντας ότι εγκρατεύονται οι άλλοι, ντρέπεται για την αδυναμία του. Τέτοιες μικρές «ψευδοντροπές» (στον κόσμο θα τα λέγαμε όλα αυτά μάλλον «κόμπλεξ») φαίνεται ότι μπορεί να είναι καταστρεπτικές για την πνευματική ζωή, προπαντός σε ένα Μοναστήρι, όπου το «προσωπείο» είναι ο μέγιστος εχθρός της αδελφότητας και αυτό που θα πρέπει πρώτα από όλα να απεκδυθεί ο μοναχός (εδώ μπορώ να κάνω και την εξής γενικότερη παρατήρηση: όσοι επισκέπτονται για πρώτη φορά το Άγιον Όρος, συμβαίνει ενίοτε να σκανδαλίζονται από το ότι οι Πατέρες φέρονται τελείως φυσικά, είναι ο εαυτός τους και δεν φορούν «μάσκα», ώστε να επιδίδονται στις πολλές ψευτοευγένειες του κόσμου, τα πολλά «ευχαριστώ», «παρακαλώ» κλπ. Ο λόγος τους είναι τόσο ευθύς, που στην αρχή νομίζει κανείς ότι δεν τον πρόσεξαν ίσως όσο έπρεπε, τον προσέβαλαν κλπ. Γρήγορα όμως ο προσκυνητής καταλαβαίνει ότι απουσιάζει στον Άθωνα η υποκρισία και οι συμβάσεις). «Όποιος έχει ανάγκη, να μη διστάζει να πηγαίνει.» Πεινάς, μας λέγει ο Γέροντας, γιατί έχεις πχ αδύναμο σώμα; Μην ντρέπεσαι να φας. «Όποιος όμως έχει αποφασίσει να νηστεύει, δεν πρέπει να πηγαίνει στην τράπεζα επειδή πηγαίνουν οι άλλοι.» Καλό είναι επίσης να λείπουν και οι καλοπροαίρετες διακρίσεις αυτής της μορφής, που στο βάθος, όμως, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την σύνολη ζωή του κοινοβίου, υποκρύπτουν μια δουλικότητα. Η αληθινή κοινωνία αγάπης, η πλήρης ελευθερία αγνοεί τέτοιες προσποιήσεις. Θέλεις λοιπόν να ασκηθείς; μοιάζει σαν να λέγει ο Πατήρ. Τότε μην στερείς από τον εαυτό σου την νηστεία, με τον «λογισμό» ότι οι πιο ασθενείς ίσως στενοχωρηθούν διαπιστώνοντας την αδυναμία τους. Το κοινόβιο δεν είναι χώρος κατάλληλος για «δεύτερες σκέψεις», αλλά για πλήρη απλότητα. Έτσι πρέπει να λειτουργεί, μας λένε οι σύγχρονοι Νηπτικοί Πατέρες. «Ό,τι αποφασίζει η καρδιά σας, αυτό να κάνετε». Είναι εντυπωσιακό ότι υπάρχουν ανθρώπινες κοινότητες, τα ορθόδοξα Μοναστήρια, όπου ο ένας αδελφός αντέχει να βλέπει το μεγαλείο της καρδιάς του άλλου με πνεύμα ευρυχωρίας, άνεσης και όχι ζηλοφθονίας, που εναγκαλίζεται αγαπητικά την ευλογημένη άνοδο του άλλου προς την σωτηρία (η σωτηρία παράγεται από το επίθετο «σώος»), προς τον Ουρανό, και δεν μεμψιμοιρεί, δεν δυσανασχετεί, έστω και υποσυνείδητα. Είναι σπουδαίο να αντιμετωπίζεις μεγαλόψυχα την βαθμιαία ωρίμανση του άλλου, την τελειοποίησή του. Από ένα σημείο λοιπόν και πέρα, φαίνεται ότι δεν υπάρχει πια ανάγκη αυτής της «διάκρισης», της σύνεσης δηλαδή να αποφύγουμε τον σκανδαλισμό του αδελφού – ο άλλος δεν πρόκειται να σκανδαλιστεί από την αρετή μας. Αυτός ο φόβος να μην γίνει κανείς  πρόσκομμα στον άλλο με την αλήθεια του, υπερβαίνεται, μολονότι βέβαια η «διάκριση» ως αρετή και καρπός αγιότητας στους πιο προχωρημένους πατέρες συνεχίζει να υπάρχει. «Να φέρεσαι όπως νιώθεις, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα στενοχωρήσω τον α ή τον β», είναι το νόημα των λόγων του Γέροντα, γιατί όλοι οι Πατέρες, όσο αυτό είναι δυνατόν σε ανθρώπους που ακόμη αγωνίζονται στην στρατευομένη Εκκλησία, λειτουργούν ως «κοινότητα» και δεν πρόκειται να σκοντάψουν μήτε στην αδυναμία, μα μήτε και στην αρετή κάποιου (γιατί συμβαίνει, είπαμε, περιέργως και αυτό). Όλα τούτα βέβαια απαιτούν αρκετή προπαρασκευή, νουθεσίες, συνεχή επαγρύπνηση, ενώ πρέπει να θεωρηθούν αποτέλεσμα μακροχρόνιας υπακοής των αδελφών και συνακόλουθης μέριμνας του Γέροντα για την πνευματική κατάσταση της αδελφότητας, στην οποία προΐσταται. Πάντως φαίνεται ότι, όντως, είναι δυνατόν μια Μονή να φτάσει αυτόν το υψηλό βαθμό πνευματικότητας και «συγ-χώρησης» του άλλου, ελευθερίας και γενναιόψυχης αποδοχής, ώστε όλοι να αλληλοπεριχωρούνται αγαπητικά με θαυμαστό τρόπο (εντελώς παρόμοια περιγράφει και ο Γέροντας Σωφρόνιος, που θεωρεί τελείως καταστροφική για ένα κοινόβιο την μη εναρμόνιση κάποιου μοναχού με αυτό το πνεύμα).

Σε ένα άλλο σημείο διαβάζουμε επιπρόσθετα ότι «αν κάποιος έχει να προτείνει κάτι για το διακόνημά του, να μου το πει ελεύθερα κι εγώ θα αποφασίσω. Να το πει όμως όχι για να επιβάλλει τη γνώμη του, αλλά για να μπορώ να ξέρω τι σκέπτεται». Είναι αδύνατον, όπως φαίνεται, ο μοναχός ως άνθρωπος, ως ξεχωριστή προσωπικότητα, να καταπνίξει εντελώς τη σκέψη του, να μην έχει καθόλου γνώμη (οι Πατέρες λένε άλλωστε ότι το νόημα της υπακοής είναι να εγκαταλείπουμε τη δική μας, υπαρκτή γνώμη και να εγκολπωνόμαστε ειλικρινά αυτή του Γέροντα). Και για να φτάσει κανείς στην μεγάλη αρετή, για την οποία μας μιλούν τα ιερά βιβλία, οπότε το πνεύμα του ασκητή συστοιχεί απολύτως με αυτό του (διακριτικού) Γέροντα και προπαντός με το θέλημα του Θεού («όσοι πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισίν υιοί Θεού»), πρέπει προηγουμένως ο μοναχός να μάθει να λέγει ταπεινά τι σκέπτεται για κάποιο ζήτημα και να το θέτει στη κρίση του προϊσταμένου. Δεν πρέπει να παραδίδεται στον λογισμό «ο Γέροντας θα με παρεξηγήσει, θα πει ότι θέλω να του επιβληθώ, καλύτερα να μην του πω απλά και ταπεινά τι σκέπτομαι». Όχι. Υπάρχει ένα πνεύμα απλότητας και «ανοιχτότητας»: θ’ ακουστεί η γνώμη του καθενός, χωρίς καθόλου τέτοιες προκαταβολικές κρίσεις και επιφυλάξεις, μήτε από την πλευρά του αδελφού, μήτε όμως και από την πλευρά Γέροντα. Ο Γέροντας δεν θέλει να πνίξει τη γνώμη των παιδιών του, δεν είναι ένας δικτάτορας. Ζητά, όπως λέγει και πάλι ο πατήρ Συμεών Κραγιόπουλος, την «φιλάνθρωπη υπακοή», την εμπιστοσύνη. Δεν έχει καμιά διάθεση για φιλαρχία, δεν είναι εξουσιομανής. Το πνίξιμο της φωνής μας, η αποσιώπησή της, ενώ ακόμη είμαστε πνευματικά ανώριμοι, δεν θα βοηθήσει, αλλά θα δημιουργήσει, μάλλον, καχυποψία και πικρία.

Περαιτέρω, ο πατήρ Αιμιλιανός, μιλώντας για ένα παρεμφερές θέμα, τη σχέση διακονήματος και λειτουργικής ζωής, λέγει ότι «πρέπει να σκέφτεστε το διανόημα σε συνάφεια με την αγρυπνία. Αν έχετε κάτι να πείτε (και) σ’ αυτό το σημείο, πείτε το ελεύθερα». Δεν υπάρχει λόγος, επαναλαμβάνουμε, να κάνεις κανείς δεύτερες σκέψεις και να τις «δουλεύει» εντός του. Για να καταλάβουμε όμως ακόμη καλύτερα γιατί ο πατήρ Αιμιλιανός ζητά να λέγει ο αδελφός ελεύθερα τη γνώμη του, ας ακούσουμε αυτό το πολύ σημαντικό που μας λέγει: «πες ελεύθερα τη γνώμη σου, για να βουβαθεί το εγώ σου, για να παύσει να σου επιβάλλεται μεσ’ από τις απαιτήσεις και τις κουβέντες σου». Συμβαίνει δηλαδή το εξής περίεργο φαινόμενο (γνωστό πάντως και στην ψυχανάλυση ως ένα βαθμό): τα πιο πολλά από όσα σκεπτόμαστε και θεωρούμε πολύτιμα κατορθώματα του νου μας, είναι συνήθως σκύβαλα, αερολογίες, ανυπόστατοι βερμπαλισμοί, λόγια του αέρα, που μόλις εξωτερικευτούν, φαίνεται αμέσως η κενότητά τους. Μέσα στο λόγο μας ανακατεύονται τα πάθη μας, «η κακία της ημέρας», και γι’ αυτό, όταν ελεύθερα εξωτερικεύουμε τη σκέψη μας, οι ίδιοι θα καταλάβουμε την κουφότητά της, την ρηχότητά της –πόσοι λόγοι άλλωστε από όσους εκφέραμε μέχρι τώρα ήταν πράγματι σημαντικοί, και όχι ανυπόστατο  κουβεντολόγι; (συμβαίνει μάλιστα μερικοί, πριν εξομολογηθούν, να γράφουν κατεβατά ολόκληρα με τους λογισμούς τους και ό,τι υποτίθεται τους απασχολεί. Ωστόσο, όταν φτάνουν μπροστά στον πνευματικό και εκείνος  τους ρωτά «πες, τι έχεις;», μόνοι τους τα παραλείπουν όλα αυτά, εννοούν ποια είναι η πνευματική τους κατάσταση, το αληθινό πρόβλημα, και εκεί επικεντρώνονται.) «Μην φοβάσαι, μίλα», προτρέπει ο πατήρ. Αν ο λόγος μας είναι πράγματι «λόγος»  –τι σπάνιο αυτό!-, θα σταθεί από μόνος του. Αν είναι αργολόγημα, δεν χρειάζεται αντίκρουση, θα  καταπέσει από μόνος του, θα «απογυμνωθεί». Μαζί θα απογυμνωθεί και το «εγώ». «Τα μυστήρια του Θεού επιτελούνται μέσα στη σιωπή». Αν απογυμνωθούν οι φλυαρίες μας, τότε θα βουβαθεί και το «εγώ» ως ιδιοτροπία, ως παράλογη απαίτηση, ως «δικαίωμα», στη μοναχική ορολογία. Τότε θα έρθει επιτέλους η ευλογημένη «σιωπή», η οποία δεν είναι απουσία λέξεων, αλλά υπαρξιακή κατάσταση. Πριν από τα μεγάλα γεγονότα στη Βίβλο, προηγείται πάντα σιωπή («και εγένετο σιγή ως ημιώριον…», διαβάζουμε στην Αποκάλυψη).

Πρέπει λοιπόν να μιλά κανείς ελεύθερα, για να φύγει και το παραμικρό  «φληνάφημα» του εγώ. Ακόμη και για τα πιο μικρά πνευματικά θέματα, δεν πρέπει να σκέπτεται κανείς «ας μην πάω στον Γέροντα,  μην τον ‘‘ενοχλήσω’’». Μπορεί ακόμη ίσως να σκεφτεί κάποιος «πού κατάντησα ο δύστυχος, να πρέπει να εκτίθεμαι σηκώνοντας νύχτα τον Γέροντα»! «Και όποτε αντιμετωπίζετε οποιαδήποτε πνευματική δυσκολία, μη λέτε: ‘‘Μα  είναι μικρό πράγμα, δεν θέλω να ενοχλήσω τον γέροντα!’’ Όχι! Πάνω σ’ αυτά τα μικρά πράγματα παίζεται η ζωή μας». Το μικρό πράγμα λειτουργεί μέσα μας πολλαπλασιαστικά. Τι θα πει άραγε «μικρή» πνευματική δυσκολία; ρωτά ο πατήρ. Ο άγιος Βαρσανούφιος της Όπτινα λέγει, για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα, ότι, αν δεν μπορεί κάποιος να προσευχηθεί, αν δεν έχει διάθεση ή δύναμη να κάνει πχ το Απόδειπνο, ίσως «βολέψει» τα πράγματα σκεπτόμενος: «είναι δυνατόν άραγε να έχω διάθεση κάθε φορά για προσευχή; Θα είμαι ως φαίνεται κουρασμένος». Και θα πει την προσευχή με το ζόρι, μηχανικά. Αλλά, προσθέτει ο άγιος Βαρσανούφιος, τότε είναι που πρέπει ο πιστός να σκεφτεί: «ίσως να είναι και έτσι. Ωστόσο, ας αναρωτηθώ και το εξής: έχω άραγε δικαίωμα για προσευχή;». Αν πχ έχει κανείς κατακρίνει τον άλλον, τότε είναι φυσικό να εξαφανίζεται τελείως η επιθυμία για επικοινωνία με τον Κύριο, εκλείπει ο αυθορμητισμός που πρέπει να διακρίνει αυτή την ύψιστη πνευματική πράξη. Στο Άγιο Όρος, όπως παρατηρεί κάποιος πνευματικός πατήρ, όταν λένε «πάω να κάνω προσευχή», δεν εννοούν «να προφέρω κάποιες λέξεις», αλλά «να ανοίξω πραγματική συνομιλία με τον Θεό». Και γι’ αυτό, αν δεν ξεκινά αυτή η συνομιλία, τότε ο μοναχός προβληματίζεται. Και μπορεί να φταίει γι’ αυτό, όπως είπαμε, κάτι σοβαρό –πχ η κατάκριση, η έλλειψη εμπιστοσύνης στον Γέροντα κλπ.

«Πήγαινε να ενοχλήσεις τον Γέροντα», λέγει ο πατήρ, και στην ανάγκη, εννοεί, «ξύπνησέ τον». Αν υπάρχει λόγος, ακόμη και μέσα στην άγρια νύχτα θα πάει κανείς στον πατέρα του να πει τι του συμβαίνει. Εξάλλου, αυτό το σκότωμα της «αξιοπρέπειας», για το οποίο μιλήσαμε, αυτή η άρση του φόβου να μην «εκτεθεί» κανείς, είναι που εξαλείφει όλα τα δεινά, την αντιδικία και τη διαφωνία. «Εδώ είμαστε οικογένεια, λέγει ο πατήρ, δεν είμαστε στρατός». Δεν ενδιαφέρει, δηλαδή, να εκτελεστούν μηχανικά κάποια καθήκοντα, νηστείες, αγρυπνίες κλπ, αλλά να νιώσει κανείς ότι «ζωήν έχει εν εαυτώ». Δεν είναι η κοινοβιακή ζωή σύνολο αφηρημένων επιταγών και καθηκόντων προς επιτέλεση, αλλά αρμονική συνισταμένη της βαθύτερης εσωτερικής προσπάθειας πολλών αγωνιστών, πολλών ανθρώπων της προσευχής. Γι’ αυτό όμως θα πούμε κάτι και παρακάτω.

Ενοχλεί κανείς λοιπόν τον (διακριτικό) Γέροντα και στην παραμικρή δυσκολία, και αυτός διαφωτίζει. «Το μέτρο υπακούει σε μια λογική, που είναι ο σεβασμός του ρυθμού, της αντοχής και των αναγκών του συνόλου και του καθενός ξεχωριστά». Ο Γέροντας, επειδή η Μονή είναι κοινόβιο, ξέρει πρωτίστως τις ανάγκες του συνόλου ακριβώς ως «συνόλου», ξέρει ότι αυτή η κοινότητα έχει και μια δεδομένη αντοχή -όπως και κάθε οικογένεια αντέχει ή δεν αντέχει ορισμένα πράγματα- και επίσης διέπεται από κάποιον «ρυθμό». Πιθανόν ο πατήρ Αιμιλιανός θέλει να πει εδώ ότι κάθε αδελφότητα χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη πνευματική κατάσταση, όσον αφορά την πορεία της προς την αγιότητα- γιατί το κοινόβιο πρέπει διαρκώς να γίνεται ολοένα και περισσότερο «οικογένεια». Άλλη αδελφότητα πορεύεται για ένα διάστημα εστιάζοντας στην απόσυρση και την σιωπή, άλλη στη θεολογία, άλλη ζει τη χαρά της θείας λατρείας –πιθανόν να συμβαίνει ό,τι και με τους μεμονωμένους μοναχούς, εφόσον, όπως γνωρίζουμε, ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοψ αγίασε πχ λόγω της μεγάλης φιλοξενίας του, ενώ ο Μέγας Αρσένιος λόγω της τέλειας ησυχίας. Και ακόμη, είναι πιθανόν για την ίδια αδελφότητα να υπάρχει καιρός κατάλληλος για εστίαση στη μόνωση, το πένθος και την περισυλλογή, ή καιρός για εστίαση στην αναστάσιμη δόξα (αν πχ συμβαίνει να την έχει επισκεφτεί ένας άγιος κλπ). Και υπάρχουν δυστυχώς περιστάσεις που μια αδελφότητα θλίβεται τα μέγιστα και υπομένει, γιατί πχ μπορεί ποικιλοτρόπως να βάλλεται και να περνά έναν σοβαρό πειρασμό, ενώ άλλες φόρες κυριαρχεί η ευγνωμοσύνη της πνευματικής καρποφορίας. Ωστόσο, αφού ο Γέροντας διαφωτίσει την αδελφότητα και συμβουλεύσει αναλόγως τους πάντες, δεν θα παρέμβει την ώρα που όλα αυτά πρέπει να γίνουν πράξη. Δίνει πχ μια εντολή, «να μην ξεπερνά η ακολουθία το τάδε χρονικό διάστημα» (γιατί, όπως λέγει, μερικές φορές οι ακολουθίες καθυστερούν από εγωκεντρικές αργόσυρτες ψαλμωδίες), ωστόσο «δεν θα έρθω στο Ψαλτήρι με το ρολόι στο χέρι ή δεν θα σας πω να κάνετε πιο γρήγορα, γιατί δεν θέλω να σας στενοχωρήσω». Αν μπλέκεται κανείς διαρκώς μέσα στα πόδια του άλλου, ακόμη και αν είναι «Γέροντας», τότε απλά δεν τον αφήνει, όπως είπαμε, να ανδρωθεί. Είναι αναξιοπρεπές, ακόμη και για ένα Μοναστήρι. Επιπροσθέτως, ο Γέροντας σέβεται την προσπάθεια του κάθε αδελφού, που άκουσε τον λόγο, και μπορεί στο τέλος να έκανε τα δικά του. Δεν σημαίνει ότι η αποτυχία είναι κάθε φορά μια καταστροφή, ότι δεν προϋποθέτει κάποιον αγώνα, κάποια προσπάθεια. Μήτε ενδιαφέρει απλά τον προϊστάμενο να εφαρμοστούν οπωσδήποτε όσα λέγει, αλλά να εφαρμοστούν επειδή πράγματι η αδελφότητα ωρίμασε και προόδευσε. Όταν μια αποτυχία  συμβαίνει- και ως άνθρωποι ζούμε όλοι στον κόσμο της πτώσης-, σημαίνει ότι υπάρχει καιρός για παραπέρα δουλειά, για νέα προσπάθεια να κατεργαστούμε τον εαυτό μας. Υπάρχει καιρός, μετά την πτώση, για έγερση. Εξάλλου «είστε όλοι αξιέπαινοι για το θεάρεστο έργο σας», λέγει ο Γέροντας και το πιστεύει. Κάνει και αυτός ένα είδος «υπακοής» στον μυστικό αγώνα των παιδιών του, τον οποίο, ως γνήσιος πατέρας, σέβεται και πονά. «Σας παρακαλώ μόνο να έχετε περισσότερο ομαδικό πνεύμα…». Ζητά στο τέλος να γίνουν όλοι μια οικογένεια. Να ενωθούν οι πάντες «εν τω συνδέσμω της αγάπης». Αποδεικνύεται, ξανάλεμε, «πατέρας» – αλήθεια, η λέξη αυτή είναι άγια και ιερή.

***************

Πάνω από όλα λοιπόν το  Μοναστήρι είναι κοινότητα. Ούτε καν η προσευχή ενός μοναχού δεν πρέπει να είναι ξεκομμένη από την όλη προσευχή της αδελφότητας – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καταργείται το πρόσωπο και ο διακριτός αγώνας του. Ο πατήρ Αιμιλιανός θεωρούσε την κοινή προσευχή ως την ανώτερη ασφαλώς μορφή προσευχής –ως μυστική συνύπαρξη ακριβώς του πιστού με τους αγίους στην ουράνια Λειτουργία. Η Ευχαριστία είναι η ύψιστη μορφή προσευχής, κάτι παραπάνω μάλιστα από προσευχή. Είναι η προσοικείωση εκ μέρους μας του λυτρωτικού έργου του Χριστού, και άρα η θεώσή μας (απαιτείται βέβαια και η δική μας «συνέργεια»). «Ένας μοναχός, λέγει, δεν μπορεί να έχει δική του ατομική προσευχή, ξεκομμένη από την κοινότητα. Την νοερά προσευχή… μπορεί να την ασκεί μόνο εφόσον συμμετέχει ως αναπόσπαστο μέλος στη συλλογική προσευχή της Εκκλησίας». Είναι αδιανόητο πχ μια μητέρα να κάνει «ατομική» προσευχή, να μην «λειτουργεί» δηλαδή ως μητέρα ακόμη και στην προσευχή της, να μην αποτελεί η ευχή της πρωτίστως δέηση υπέρ των τέκνων της. Παρομοίως, ένας κοινοβιάτης, πώς θα  μπορούσε άραγε να ξεχάσει ότι είναι μέλος μιας οικογένειας αγίων; Και ένας ενορίτης, δεν θα πρέπει στην λεγόμενη «ατομική» προσευχή του να μνημονεύει εμπόνως τους λοιπούς αδελφούς του; Ίσα ίσα, όσο αγαπά κανείς περισσότερο τους άλλους και τους εναγκαλίζεται στην κατ’ ιδίαν προσευχή του, τόσο περισσότερο αγιάζει. Τόσο περισσότερο λειτουργεί ως «πρόσωπο». Γι’ αυτό και ο πατήρ Αιμιλιανός προτρέπει «να προσπαθήσουμε να ζήσουμε αυτές τις άγιες μέρες (των Χριστουγέννων) σε μια ατμόσφαιρα πνευματικότητας και οικογενειακής αγάπης. Μακάρι, όταν γυρίσω, να σας ξαναβρώ γεμάτους πνευματικούς καρπούς». Δεν είναι τυχαίο που η οικογένεια στην Εκκλησία θεωρείται τόσο ιερός θεσμός, αποτελεί την λεγόμενη «κατ’ οίκον» «εκκλησία».

Ότι το Μοναστήρι είναι κατεξοχήν μια οικογένεια, που πρέπει να απολαμβάνει την οικογενειακή ζωή ως αγαπητική κοινωνία, φαίνεται περισσότερο ιδίως στις μεγάλες εορτές, όπως πχ την Πρωτοχρονιά, για την οποία ο πατήρ παρατήρησε ότι «δεν έχουμε τίποτε κοινό να κάνουμε με όσα κάνει ο κόσμος αυτήν την μέρα… Για μας είναι μια ευκαιρία να ευχαριστήσουμε τον Κύριο που μας αξιώνει να ζούμε σε αυτό το μοναστήρι… Η δική μας (μοναχική ζωή) είναι αγγελική κατάσταση κι ακόμη υψηλότερη. Εκείνο το φως που μήτε οι άγγελοι δεν μπορούν να αντικρίσουν, το αντικρίζουμε εμείς στο πρόσωπο του Χριστού. Εν τω φωτί σου οψόμεθα φως.» Η μοναχική ζωή έχει μια εσχατολογική διάσταση, είναι μια διαρκής αίσθηση του μεγαλείου της θεανδρικής ιδιότητας του Κυρίου Ιησού Χριστού – η  Ενανθρώπηση είναι που τίμησε τόσο πολύ τον άνθρωπο, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κτίσμα του Θεού. Και τις μεγάλες εορταστικές ήμερες αφήνεται ο μοναχός, αλλά και κάθε πιστός, να ζήσει μαζί με τους αδελφούς του αυτή την αίσθηση της ανθρώπινης δόξας, της δόξας του Κύριου Ιησού που χαρίζεται στον άνθρωπο.

Και όταν η γιορτή περνά και ξαναρχίζει ο συνήθης χρόνος της εργασίας, και πάλι δεν πρέπει να ξεχνά κανείς τον σωτηριολογικό σκοπό του διακονήματος, όπως ήδη είπαμε. «Το διακόνημα είναι απαραίτητο συστατικό της ζωής μας. Μας προετοιμάζει για την αγρυπνία, που είναι ο πυρήνας τη ζωής μας. Αν δεν λειτουργεί το διακόνημα, ούτε η λειτουργία θα λειτουργεί». Αν κανείς εργάζεται ατομοκεντρικά στη ζωή του, ατομοκεντρικά και θα προσεύχεται. Αν εργάζεται με το πνεύμα της διακονίας και της προσφοράς στους άλλους -και μπορεί να γίνεται αυτό κάθε φορά -, τότε θα προσεύχεται αληθινά ως γνήσιο μέλος της Εκκλησίας.

Το έργο ωστόσο του καθενός δοκιμάζεται «εν πυρί» κάθε φορά που συγκεντρώνεται η Εκκλησία, που συγκροτείται η σύναξη, η απλή έστω συνάθροιση των αδελφών για να τεθούν ίσως διάφορα προβλήματα κλπ. Ο πατήρ Αιμιλιανός μιλά για την μεγάλη αξία των συνάξεων της αδελφότητας και αναφέρει το παράδειγμα κάποιου Γέροντα που, ενώ είχε ελάχιστους αδελφούς στο μοναστήρι του, οργάνωνε τις συνάξεις με μεγάλη επισημότητα, σαν να συμμετείχαν πολλοί πατέρες. «(Οι συνάξεις) είναι οι στιγμές της μεγάλης αλήθειας, κατά τις οποίες παρουσιάζεται γυμνή η κατάσταση της αδελφότητας. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το φαινόμενο, μοναχοί να εγκαταλείπουν το μοναστήρι μετά τις συνάξεις». Με άλλα λόγια η αδελφότητα καθιστά έκδηλη την πνευματική της κατάσταση στις συνάξεις, φαίνεται ό,τι είναι εκεί ακριβως. Ή μάλλον, τότε είναι που τα κρύφια του καθενός, ακόμη και αν δεν πάρει τον λόγο, ακόμη και αν τηρεί δήθεν σιωπή,  αποκαλύπτονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η σύναξη έχει στο ελάχιστο ιεροεξεταστικό ή δικανικό χαρακτήρα. Απλώς αποβαίνει για κάθε αδελφό καθρέφτης του εαυτού του, κατανοεί αν έχει εναρμονιστεί με το κοινό πνεύμα ή όχι (και είναι θλιβερό ότι στον κόσμο, αμέσως μετά το πέρας της Λειτουργίας, οι ενορίτες σκορπίζουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αδιαφορώντας ενίοτε ο ένας για τον άλλο). Όπως το Πάσχα, αν δεν μπορείς να φιλήσεις το πρόσωπο του εχθρού σου, δεν μπορείς και να το γιορτάσεις αληθινά, έτσι και την σύναξη των αδελφών, που είναι και αυτή μια λαμπρινή, κατά κάποιο τρόπο, ώρα, θα πρέπει να την χαίρεται κανείς ως εορτή. Ως απόρροια τους μυστηριακού γεγονότος της Ευχαριστίας, ως λειτουργία μετά την Λειτουργία, όπως είπε κάποιος. Ειδάλλως, μόνος σου, δίχως την παραμικρή επίπληξη, θα καταλάβεις την «αλήθεια» σου, και θα προβληματιστείς.

Και πρέπει να λειτουργεί κανείς με γνώμονα πάντοτε αυτό ακριβώς το εκκλησιολογικό πνεύμα. «Αν κάποιος θέλει να εργαστεί περισσότερο, ας το κάνει, αλλά να μην υπερβαίνει τα όρια της ευλογίας που του έχει δοθεί». Τίποτε δεν γίνεται άνευ ευλογίας πνευματικού πατρός, μήτε η πολλή προσευχή. Διαβάζουμε βέβαια ότι μερικοί μοναχοί που είχαν φλογερό ζήλο, και ζούσαν μέσα σε αδελφότητες δίχως ιδιαίτερα αυστηρό μοναχικό πρόγραμμα, παρακινήθηκαν απο τους ίδιους τους προϊσταμένους τους να αλλάξουν περιβάλλον, για να αγωνιστούν περισσότερο. Οι γέροντές τους διέκριναν ότι ο ζήλος τους ήταν πράγματι από τον Θεό. Σε άλλες όμως περιπτώσεις οι διακριτικοί Πατέρες ανέκοψαν αυτόν τον ζήλο, γιατί διέγνωσαν ότι υποκινούνταν από τον εγωισμό. Εν  πάση περιπτώσει, ζητεί κανείς «ευλογία» από τον προεστώτα, επερωτά με πίστη τον πνευματικό, και πράττει αναλόγως. Ο όλος ασκητικός βίος πρέπει να είναι διαπερασμένος από τον Λόγο του Θεού, και αυτό θα πει η λέξη «ευ-λογία». Να γίνει η ίδια η ζωή μας «λόγος», να «λογοποιηθεί», να αποβεί χαρμόσυνο μήνυμα και όχι διάθεση για προβολή και εγωλατρεία.

Δίχως αυτό το εκκλησιολογικό πνεύμα, δεν μπορεί να προσέρχεται κανείς στο Άγιο Ποτήριο. «Δεν μπορείτε να κοινωνήσετε, αν έχετε μιλήσει μετά το Απόδειπνο (=αν δεν σεβάστηκε δηλαδή κανείς την ησυχία του άλλου), αν έχετε λυπήσει έναν αδελφό, αν έχετε κατακρίνει κάποιον, αν στην εκκλησία (=την κοινή σύναξη, όπου παρίσταται ο ίδιος ο Θεός και η κοινότητα των αγίων) στέκεστε με απρέπεια και ραθυμία. Η Θεία Ευχαριστία απαιτεί προετοιμασία». Η προετοιμασία αυτή συνίσταται ασφαλώς στην αγάπη, η οποία όμως, πρέπει να το θυμόμαστε αυτό, γεννά πάντοτε την λεπτότητα, την επιθυμία να διερευνά κανείς εις βάθος – όχι όμως αρρωστημένα και σχολαστικιστικά- μήπως λύπησε ακόμη και στο παραμικρό τον αδελφό. Αγάπη θα πει ευαισθησία, και μάλιστα μεγάλη –δεν είναι το ίδιο με την υποχονδρία. Εξετάζει λοιπόν ο πιστός τα έργα του πριν προσέλθει στο Άγιο Ποτήριο, προσέχοντας να υπάρχει στην καρδιά του «αγαπητική διάθεση», όπως μας λέγει ο πατήρ, ενώ ταυτόχρονα απαιτείται «και να έχει τουλάχιστον αποβραδίς νηστέψει». Όπως διαφαίνεται θαυμάσια και στο γνωστό παραμύθι του «Μικρού Πρίγκιπα», υπάρχει ένα είδος «ιεροτελεστίας της αγάπης», που συνιστά μέρος του ορισμού της: όταν περιμένουμε κάποιον πολυαγαπημένο, στολιζόμαστε, και αυτός ο καλλωπισμός είναι το νόημα της «νηστείας». Αναμένουμε με πόθο και χαρά τον Νυμφίο. Δεν διασκορπιζόμαστε σε τίποτε άλλο, γιατί ο Θεός, ως «μανικός εραστής», κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, είναι «ζηλόφθονος». Αγάπη σημαίνει να ξέρεις να αναμένεις, δηλαδή να νηστεύεις.

«Δεν μπορείτε επίσης να κοινωνήσετε, αν προηγουμένως δεν έχετε ζητήσει την ευλογία του γέροντα. Μπορεί (η εξομολόγηση) να μην είναι πάντα απαραίτητη, μιας και σας γνωρίζω, όμως η ευλογία είναι απαραίτητη, τουλάχιστον ενόσω δεν απουσιάζω.». Και ο πατήρ Αιμιλιανός προχωρεί με τα εξής σημαντικά: «Η μετάληψη δεν είναι ατομικό γεγονός, αλλά εκκλησιαστικό. Γιατί η Εκκλησία είναι εκείνη που συγκατατίθεται και μας δίνει την ευλογία να προσέλθουμε». Είναι σαφές ότι το μυστήριο της εξομολόγησης, και η συνακόλουθη ευλογία του γέροντα (ή του πνευματικού) για μετάληψη, δεν ατομικοποιεί το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, όπως λανθασμένα νομίζουν μερικοί. Αντιθέτως, διατρανώνει σαφώς τον εκκλησιολογικό του χαρακτήρα, το γεγονός ότι η Ευχαριστία είναι το συστατικό θεμέλιο της ίδιας της Εκκλησίας. Η Εκκλησία συγκροτείται διά της Ευχαριστίας, και είναι αυτή που, διά του Επίσκοπου και του πνευματικού (ως εκπροσώπου αυτού), δίνει την ευλογία να προσέλθει κανείς στο μυστήριο (τα επιτίμια επιπροσθέτως έχουν ως γνωστόν θεραπευτικό χαρακτήρα και όχι τιμωρητικό).

*****************

Έχοντας μέχρι τώρα δει τη βαθύτερη φύση του κοινοβίου ως πνευματικής «οικογένειας», ως εσχατολογικού γεγονότος, ως Εκκλησίας, και αφού ήδη μιλήσαμε για την σχέση «ευλογίας» εκ μέρους του Γέροντα και θείας μετάληψης, μπορούν να προστεθούν τώρα λίγα λόγια που αφορούν γενικότερα τον χαρακτήρα της μοναχικής άσκησης. Η άσκηση, λοιπόν, όπως ήδη διαφάνηκε, η κατά μόνας προσευχή και οι μετάνοιες και η σωματική κακοπάθεια και η νηστεία και η αγρυπνία κλπ, δεν είναι άχαρη ατομοκεντρική προσπάθεια, δεν αποσκοπεί σε κάποιο «κατόρθωμα». Διακρίνεται μέσα της, αν προσέξει κανείς βαθύτερα, ακόμη και μια τρυφερότητα. Υπάρχει λοιπόν καιρός κατάλληλος για προσευχή, και αυτός είναι η νύχτα. Την νύχτα οι ουρανοί είναι ανοικτοί, είπε κάποιος άγιος. «Η νύχτα είναι η ζωή μας… η μέρα κυλάει προετοιμάζοντας τη νύχτα». Αγρυπνεί κανείς στη σιγαλιά περιμένοντας το Νυμφίο.  Ωστόσο, «είναι ανώφελο κάποιος να υπερεκτιμά τις δυνάμεις του, να αγρυπνεί περισσότερο από όσο του επιτρέπει τη χάρη…». Με άλλα λόγια, πρέπει κανείς, αξιοποιώντας προπαντός τον καιρό της προσευχής, με τη βοήθεια πάντα του Γέροντα, «να ακούει τη χάρη», η οποία και θα τον πληροφορήσει ακόμη και για το μέγεθος της άσκησης, που μπορεί να κάνει προς το παρόν. Αν βιαστεί και δεν «ακούσει τη χάρη», θα ζημιωθεί. Ταπεινώνεται λοιπόν ο πιστός μπροστά στη φωνή του Αγίου Πνεύματος, την οποία διακρίνει προπαντός διά της υπακοής –μόνο οι άγιοι διακρίνουν απευθείας τη φωνή της χάρης, αλλά ακόμη και αυτοί, όπως διαβάζουμε στον «Άγιο Σιλουανό», προτιμούν τη βασιλική οδό της υπακοής. Αν μάθει λοιπόν κανείς να ακούει τη χάρη κατ’ αυτόν τον τρόπο, λίγο λίγο θα απεμπλακεί «από το εγώ», που θα πει όχι από αυτή ή την άλλη αμαρτία, αλλά από τον λεγόμενο «παλαιό άνθρωπο». Αυτό νομίζω ότι θέλει να πει εδώ ο πατήρ. Με άλλα λόγια, η αμαρτία, που είναι θάνατος, έφτασε να μεταβληθεί εντός του ανθρώπου σε ολόκληρο «κράτος», το «κράτος της αμαρτίας», και αλλοίωσε τον όλο ψυχισμό μας. Οδήγησε πχ ακόμη και στην δημιουργία (όπως εξηγεί κάπου ο π. Ρωμανίδης) του «ενστίκτου της αυτοσυντήρησης», το οποίο δεν είναι καθόλου φυσικό ανθρώπινο ένστικτο, αλλά προϊόν της πτώσης. Αυτό το ένστικτο, ανακατεμένο με περισσότερο εγωισμό, δημιουργεί την «φιλαυτία». Ιδού το «εγώ», από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί κανείς: ένας ολόκληρος κόσμος σκέψεων, ενστίκτων, αντιδράσεων, λογισμών, αισθημάτων, εμμονών, βιωμάτων, ολοκλήρων σχημάτων πρόσληψης του κόσμου και αυτομάτων αποκρίσεων στα ποικίλα ερεθίσματα. Το «εγώ» όμως δεν βελτιώνεται, δεν μεταμορφώνεται, δεν καλλωπίζεται, δεν μεταβάλλεται σε κάτι καλύτερο. Απλώς πρέπει να «πεθάνει» (δεν εννοούμε, επαναλαμβάνουμε, εδώ ως «εγώ» τη προσωπική ταυτότητα του κάθε ανθρώπου, που είναι ιερή και ακατάλυτη, αλλά ακριβώς τον «παλαιό άνθρωπο»). Πώς όμως πεθαίνει; Μόνον διά της ταπεινώσεως. Αυτή είναι που γεννά την πνευματική ευαισθησία (μιλήσαμε ήδη γι’ αυτήν, σε σχέση με την αγάπη), και μάλιστα την ευαισθησία της αυτοεξέτασης, της αυτομεμψίας, της (μη παθολογικής) αυτοκατάκρισης- περιττό να πούμε ότι όλα αυτά απαιτούν μεγάλη διάκριση και εμπιστοσύνη στην κρίση κάποιου πνευματικού πατρός, για να μην ταυτίσουμε την αρετή με αρρωστημένες καταστάσεις (καμιά φορά πχ, όπως λέγουν μερικοί πατέρες, και η αυτομεμψία είναι εγωισμός κλπ). Γι’ αυτό και ο πατήρ επιμένει στην «αγρυπνία»: (επ)«αγρυπνούμε» στην ευαισθησία, προσπαθούμε να είμαστε «ωραίοι», όπως μας θέλει ο  Νυμφίος. Ο μοναχός επίσης ζει συντροφευόμενος απο την πτωχεία: «σχετικά με τα μπάνια, συνιστώ καθαριότητα. Όμως αυτή η άνεση δεν πρέπει να μας κάνει ράθυμους. Δίχως φτώχεια, δεν πλησιάζει κανείς τον Θεό». Ο σκοπός του μοναχού δεν είναι ασφαλώς να είναι «λουσάτος» και «παρφουμαρισμένος», έστω κι αν στα κοινόβια επιβάλλεται η καθαριότητα. Καθαρός ναι, αλλά ταυτόχρονα όχι οκνός, όχι ράθυμος, λέγει ο πατήρ – ένα πνεύμα εξασθένησης της πνευματικής ρώμης και της σωματικής σθεναρότητας, παρά την τρομερή ταλαιπωρία που επιβάλλει η σύγχρονη εποχή, διαπερνά πράγματι τον άνθρωπο του καιρού μας. Ο μοναχός οφείλει να είναι φτωχός για τον Θεό. Είναι ιερή παράδοση, όρος της άσκησης, να αγαπούν οι μοναχοί την πτωχεία, γιατί -ο πρώτιστος λόγος- πτωχός υπήρξε ο ίδιος ο Χριστός (αυτό ωστόσο καθόλου δεν σημαίνει, όπως νομίζουν ίσως μερικοί, εγκατάλειψη και ερήμωση ναών και κελιών, ιερών καθιδρυμάτων, που μας παρέδωσαν οι άγιοι πρόγονοί μας με ιδρώτα και προπαντός φιλόκαλο πνεύμα. Χρειάζεται και σε αυτό διάκριση). Ο μοναχός, επίσης, ζώντας εσχατολογικά, και υπό μια έννοια δοξαστικά, υπό το φως της Αναστάσεως, δεν ενδιαφέρεται μήτε ασχολείται με θέματα της επικαιρότητας (άλλο είναι το ενδιαφέρον Μονών και μοναχών για την πατρίδα κλπ), «μήτε (ακόμη) ενδιαφέρεται για την τεχνολογία» (παρά μόνο εννοείται, αν κάτι είναι ουσιαστικά χρήσιμο για την εύρυθμη ζωή της αδελφότητας). Η τεχνολογική εξέλιξη συνοδεύεται δυστυχώς στον κόσμο από μια ουτοπική μεσσιανική αίσθηση, και υπάρχει ένα διάχυτο πνεύμα στον δυτικό κόσμο ότι η σωτηρία θα έλθει από τις μηχανές. Δεν είναι όμως πανάκεια η τεχνολογία, η α ή η β δήθεν «εξελιγμένη» συσκευή, που μπορεί απλώς να κάνει τη ζωή μας δυσκολότερη και περιπλοκότερη. Όντας ανοικτός σε Θεό και ανθρώπους, ο μοναχός δεν έχει εν τέλει «πρόγραμμα». Πρόγραμμά του είναι το θέλημα του Θεού, το σχέδιο του Παντοκράτορα γι’ αυτόν. Κανείς δεν μπορεί να λέγει πχ «α, εγώ είμαι αφιερωμένος στη θεωρία», και ως εκ τούτου να βρίσκει αφορμή να μην εκτελέσει το θέλημα ενός αδελφού. Διάκριση χρειάζεται και για το πότε θα αφιερωθεί κανείς στη «θεωρία», καθώς δίχως ταπείνωση και αγάπη στον αδελφό δεν πρόκειται να προκόψει καμιά «νήψη».

Και θα τελειώσουμε με τα εξής υπέροχα λόγια, που κρύβουν βαθιά σοφία: ο πατήρ Αιμιλιανός λοιπόν δεν ήθελε μετά τις ομιλίες του, να ακολουθεί συζήτηση (υποχωρούσε όμως στις παρακλήσεις των αδελφών). «Η συζήτηση, έλεγε, μας οδηγεί συχνά στην υποκρισία. Σπάνια είμαστε ειλικρινείς όταν ανοίγουμε το στόμα μας. Αφήνουμε να φανεί ό,τι είναι επιφανειακό. Δεν φαίνεται η εσωτερική μας τραγωδία…, η κραυγή μας». Πράγματι. Η ζωή κάθε μοναχού είναι μια τραγωδία, γιατί, εφόσον τα βήματά του τον οδήγησαν στο μοναστήρι, αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Σημαίνει ότι συγκρούστηκε με το πνεύμα και το φρόνημα του κόσμου τούτου, με τις «δυνάμεις και τις εξουσίες» του νυν αιώνα. Τελικά νίκησε μέσα του η κλίση, και ακόμη περισσότερο η κλήση, για πάλη, για αγώνα, για σταυροαναστάσιμη πορεία. Διψά για τον Θεό και τους μυστικούς αρραβώνες με τον Κύριο. Αλλά και η ζωή κάθε ανθρώπου γενικά είναι οπωσδήποτε μια τραγωδία, υπ’ αυτή την έννοια, πράγμα που όμως φαίνεται καθαρότερα στο βίο των μοναχών, γιατί οι τελευταίοι καθιστούν έκδηλο το νόημα της «ξενιτείας», στην οποία καλούμαστε κατά βάθος όλοι οι χριστιανοί (ο Κύριός μας υπήρξε «ξένος», μολονότι «ήλθεν εις τα ίδια»). Οι μοναχοί ξενιτεύονται από την ψευτιά, παλιά και καινούργια, για να οδηγηθούν στη χώρα των ζώντων. «Στη συνομιλία δεν φαίνεται η κραυγή μας…», διευκρινίζει ο γέροντας, βοηθώντας μας να καταλάβουμε ότι έτσι ή αλλιώς κάθε άνθρωπος είναι κατά βάθος μια «κραυγή», η οποία, όπου υπάρχει θόρυβος, δεν ακούγεται. Απαιτείται άκρα σύνεση και εγρήγορση, ακόμη και μέσα σε ένα μοναστήρι, για να μην εκπέσει η συζήτηση μετά μια ομιλία, σε απώλεια της αίσθησης του ευαγγελικού μηνύματος. Τι ακριβώς σημαίνει εδώ η λέξη «κραυγή»; Πρέπει να απελπιστούμε λοιπόν από όλα, όπως είπε κάποιος στοχαστής, για να βρούμε την ελπίδα στον Θεό, προς τον Οποίο μας οδηγεί το αδιέξοδό μας. Η τραγωδία της ολικής απελπισίας, αυτής της έκλειψης και έλλειψης της ελπίδας, από οτιδήποτε γήινο, οδηγεί στην ανακάλυψη του Απολύτου, του Υπέρτατου Προσώπου, του Θεού. Η κατά Θεόν ζωή δεν καταργεί αυτή την κραυγή, την προσωπική, διάπυρη και έμπονη φωνή του κάθε ανθρώπου, που λαχταρά για το  Νόημα, αλλά την μεταμορφώνει σε αίνο προς τον Νικητή του Θανάτου, τον χορηγό της Ζωής, τον Αναστάντα Κύριό μας. «Διήλθομεν διά πυρός και ύδατος, και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν».  Ο Κύριος είναι που λυτρώνει «εκ φθοράς» την ζωή μας, που μας στεφανώνει «εν ελέει και οικτιρμοίς».

Το μήνυμα του γέροντα είναι πράγματι αναστάσιμο.

(Σημείωση: οφείλω και πάλι να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον κύριο Νικόλαο Κόιο, καθηγητή της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης, που μου υπέδειξε σε προσωπική μας συνομιλία τον βαθύτερο πυρήνα της θεολογίας του π. Αιμιλιανού.)

 

 

The post «Ο δρόμος για τον Θεό περνά μέσα από τον αδελφό»: σχόλιο στην θεολογία του πατρός Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
9080
Γέρων Αιμιλιανός ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΖΩΗΣ https://geronaimilianos.org/%ce%b3%ce%ad%cf%81%cf%89%ce%bd-%ce%b1%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%bd%cf%8c%cf%82-%ce%b9%cf%87%ce%bd%ce%b7%ce%bb%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%cf%89%ce%b7%cf%82/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=%25ce%25b3%25ce%25ad%25cf%2581%25cf%2589%25ce%25bd-%25ce%25b1%25ce%25b9%25ce%25bc%25ce%25b9%25ce%25bb%25ce%25b9%25ce%25b1%25ce%25bd%25cf%258c%25cf%2582-%25ce%25b9%25cf%2587%25ce%25bd%25ce%25b7%25ce%25bb%25ce%25b1%25cf%2583%25ce%25b9%25ce%25b1-%25ce%25b6%25cf%2589%25ce%25b7%25cf%2582 Tue, 07 Apr 2026 08:12:40 +0000 https://geronaimilianos.org/?p=9078 (Πρώτη γραφή Ιερομ. Σεραπίωνος Σιμωνοπετρίτου, ΣΥΝΑΞΙΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ -Χαριστήρια εις τιμήν του Γέροντος Αιμιλιανού, Ίνδικτος 2003.) Ο Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης, κατά κόσμον Αλέξανδρος Βαφείδης, υπήρξε Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας από το 1973 ώς το 2000 και Θεμελιωτής του Ιερού Μετοχίου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ορμύλια Χαλκιδικής. Γεννήθηκε στην Νίκαια Πειραιώς το 1934 από...

Read More

The post Γέρων Αιμιλιανός ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΖΩΗΣ appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
(Πρώτη γραφή Ιερομ. Σεραπίωνος Σιμωνοπετρίτου,
ΣΥΝΑΞΙΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ -Χαριστήρια εις τιμήν του Γέροντος Αιμιλιανού, Ίνδικτος 2003.)

Ο Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης, κατά κόσμον Αλέξανδρος Βαφείδης, υπήρξε Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας από το 1973 ώς το 2000 και Θεμελιωτής του Ιερού Μετοχίου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ορμύλια Χαλκιδικής.

Γεννήθηκε στην Νίκαια Πειραιώς το 1934 από ευσεβείς γονείς, τον Μικρασιάτη Χρήστο Βαφείδη και την Χιώτισσα Δήμητρα Κρομμύδα. Η εκ πατρός γιαγιά του Ευταξία ήταν Καππαδόκισσα, γεννημένη στὸ Ἀραβάν, ο δε παππούς του Αλέξανδρος καταγόταν από την Σηλυβρία της Θράκης και φοίτησε στην περιώνυμη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Ο παππούς του και η γιαγιά του δίδαξαν ως δημοδιδάσκαλοι σε πολλὰ χωριὰ του Ικονίου για τις ανάγκες του ελληνισμού, και ήλθαν στην Ελλάδα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Αν και ήσαν έγγαμοι, ζούσαν ως μοναχοί, αγρυπνούντες και προσευχόμενοι. Η γιαγιά του Γέροντα μάλιστα εκοιμήθη ως μοναχή Ευδοξία, η δε μητέρα του ως μοναχή Αιμιλιανή.

Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στα Σήμαντρα Χαλκιδικής, όπου είχε εγκατασταθεί και δίδασκε η γιαγιά του, αλλά παρακολούθησε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο εξατάξιο Γυμνάσιο στην Νίκαια Πειραιώς, όπου διέμεναν οι γονείς του, με άριστη πάντοτε επίδοση. Συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αρχικώς στην Νομική Σχολή για ένα έτος, και εν συνεχεία στην Θεολογική Σχολή, ακολουθώντας την έφεση της ψυχής του.

Κατά την διάρκεια των πανεπιστημιακών του σπουδών, με ομάδα ομοφρονούντων φίλων του από τα γυμνασιακά χρόνια συμμετείχαν ενεργά σε κατηχητικά, χριστιανικές κατασκηνώσεις, ομιλίες και άλλες εκδηλώσεις, όπου φάνηκαν και καλλιεργήθηκαν τα ψυχικά, πνευματικά, ηγετικά και οργανωτικά χαρίσματά του. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές, λόγω της παρεχόμενης εκείνη την εποχή αγωγής και κατευθύνσεως, σκεφτόταν την ιερωσύνη, με απώτερο σκοπό την εξωτερική ιεραποστολή· έκρινε όμως ότι θα ήταν καλύτερο για τον σκοπό αυτόν να προετοιμασθεί σε ένα μοναστήρι. Απευθύνθηκε τότε στον μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο, που μόλις είχε αναλάβει τα ποιμαντικά του καθήκοντα και είχε φήμη φιλομόναχου επισκόπου.

Έτσι βρέθηκε στα Τρίκαλα το 1960 και ανέθεσε τα καθ΄ εαυτόν στον ποιμενάρχη, ο οποίος την 9η Δεκεμβρίου του 1960 τον έκειρε μοναχό με το όνομα Αιμιλιανός στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων. Την 11η του ιδίου μηνός ο μητροπολίτης τον χειροτόνησε διάκονο στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής Τρικάλων και στις 15 Αυγούστου 1961 τὸν χειροτόνησε ιερέα στην Ιερά Μονή Βυτουμά.

Μετέωρα

Μετά την εις πρεσβύτερον χειροτονία του εστάλη στην Ιερά Μονή Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου, όπου εγκαταβίωσε ώς τον Νοέμβριο του 1962. Στον έρημο, απομονωμένο, αλλά και ευλογημένον εκείνον τόπο έζησε σε πλήρη μόνωση και ησυχία, εκζητώντας εμπόνως και εκτενώς τον Θεόν, «τον λυτρούμενον από καταιγίδος και ολιγοψυχίας». Ο Κύριος εν τη προνοία του, ευήκοος γενόμενος εις τας μυστικάς κραυγάς του, αποκαλύφθηκε στον δούλο Του και, μεταμορφώνοντας εν τω φωτί Του την ύπαρξη αυτού, του απεκάλυψε «οδούς ζωής».

Στρέφεται έκτοτε με όλον του τον πόθο και τις δυνάμεις στην μοναχική ζωή, και μέσα στα εναπομείναντα λείψανά της οραματίζεται με ανυπέρβλητο θάρρος και πτεροφυά ελπίδα την αναβίωση και ανακαίνισή της.

Έχοντας και ο μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών Διονύσιος τον ίδιο πόθο για την μοναχική ζωή, τον μετεκάλεσε από το Δούσικο στα τέλη του 1962 και τον κατέστησε ηγούμενο (21-11-1962) στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Μεγάλου Μετεώρου. Εκεί, μόνος κατ΄ αρχάς, παρά το πάντοτε εύθραυστον της υγείας του, καλλιεργεί αόκνως με μεγάλη υπομονή και επιμονή την ασκητική, μυστική και μυστηριακή ζωή. Αγρυπνεί, προσεύχεται αδιαλείπτως και επιδίδεται σε εμβριθέστατη και διαρκή μελέτη πατερικών, ασκητικών και εκκλησιαστικών κειμένων. Με ακόρεστη δίψα αναζητεί, ευρίσκει και μελετά κάθε κείμενο που αναφέρεται στην οργάνωση και λειτουργία του ορθοδόξου μοναχισμού και μάλιστα του κοινοβιακού, εμβαθύνοντας στους μοναχικούς θεσμούς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και στα Τυπικά διακεκριμένων αρχαίων μονών.

Ενώ η πολιτεία του ήταν καθαρώς ασκητική, την 16η Φεβρουαρίου 1963 ο μητροπολίτης τού έδωσε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου και του ανέθεσε «το κηρυκτικόν και εξομολογητικόν έργον», ορίζοντάς τον Προϊστάμενο στον θεομητορικό ναό της Αγίας Επισκέψεως Τρικάλων. Εργάσθηκε επίσης «εις την κατηχητικήν κίνησιν ως και την των Χριστιανικών ομάδων της Ιεράς Μητροπόλεως», όπως σημειώνει ο ίδιος.

Από τούδε ανοίγεται νέα περίοδος στην ζωή του σεβαστού Γέροντος. Δεν είναι πλέον μόνος· γίνεται «πατήρ» διά πολλούς «υιούς και θυγατέρας του Θεού»∙ ζει και αισθάνεται ως αληθής απόστολος. Η ζωή του είναι αφιερωμένη στα τέκνα του μετά πάσης ελευθερίας, χωρίς να αναμένει ποτέ, έως τέλους, ούτε την ελάχιστη ανταπόδοση και ανταπόκριση. Από αυτούς αρκετοί σκέπτονται την μοναχική ζωή, και συν τῳ χρόνῳ δημιουργείται ο πρώτος πυρήνας της αδελφότητος της Ιεράς Μονής του Μετεώρου, ενώ άλλοι στρέφονται στον κλήρο ή στην οικογενειακή ζωή∙ όλοι πάντως ζουν ως μία ευρύτερη πνευματική οικογένεια με κέντρο το μοναστήρι.

Το 1963 εγκαταστάθηκαν στο Μεγάλο Μετέωρο οι δύο πρώτοι μοναχοί, και από το σχολικό έτος 1965-66 πλειάς μαθητών  του Γυμνασίου    δοκιμάζουν την μοναχική ζωή  κοντά του. Την 6η Αυγούστου του 1966 ο Γέροντάς του, μητροπολίτης Διονύσιος, τον έκειρε μεγαλόσχημο μοναχό. Η πορεία του νεαρού, πλην όμως χαρισματούχου, ηγουμένου και η μοναχική ζωή του Μετεώρου κατευφραίνουν εμφανώς τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη  και τον  γεμίζουν με χρηστές ελπίδες.

Στην αρχή της θεμελιώσεως της μοναχικής ζωής στα Μετέωρα συμβουλεύεται και συνάπτει πνευματικούς δεσμούς με σύγχρονές του οσιακές μορφές: παπα-Δημήτρη Γκαγκαστάθη, Αμφιλόχιον Πάτμου, Φιλόθεον Ζερβάκο, Σίμωνα Αρβανίτη, Δαμασκηνόν Κατρακούλη. Την ίδια περίοδο συνδέεται με τον Αθανάσιον Γιέφτιτς και τον Αμφιλόχιον Ράντοβιτς, φοιτητές τότε του Πανεπιστημίου Αθηνών, διαπρεπείς αργότερα Σέρβους Ιεράρχες, πνευματικά τέκνα του αγίου Γέροντος και στύλου της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, τον  οποίον θα επισκεφτεί στην Σερβία (1976), ως Καθηγούμενος πλέον  της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας.

Την ίδια εποχή, ο Γέροντας άρχισε τις προσκυνηματικές του επισκέψεις στο Άγιον Όρος, προκειμένου να συλλέξει πλούτο πνευματικής εμπειρίας. Γνωρίζεται τότε με τον όσιο Γέροντα Παΐσιο και, φθάνοντας μέχρι τα Κατουνάκια, συναντά τον μέγα αθλητή της υπακοής παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτη. Μεταξύ των δύο ανδρών αναπτύσσεται στενή πνευματική σχέση, για την οποία ο οσιωθείς παπα-Εφραίμ έλεγε συχνά: «Βρήκα τον απωλεσθέντα Γέροντά μου, έναν άλλο Γερο-Ιωσήφ, τον χρυσόγλωσσο και σεβαστό Γέροντα Αιμιλιανό».

Το 1968, με την κουρά τριών νεαρών τότε υποτακτικών, φοιτητών της Θεολογικής Σχολής, απαρτίζει την αδελφότητα του Μετεώρου.  Με βαθιά προνοητικότητα ή, καλύτερα, προόραση θέτει τις βάσεις της κοινοβιακής ζωής. Με το διορατικό του βλέμμα εξ αρχής επιλέγει και προκρίνει ως διάδοχό του τον μαθητή τότε Γυμνασίου Εμμανουήλ Ράπτη, τον σημερινό Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής μας, πανοσιολογιώτατον αρχιμανδρίτην Ελισσαίον.

Κατά το έτος 1972, μετά από πολυετή δοκιμασία και δυσκολίες, είναι έτοιμος ο πρώτος πυρήνας της γυναικείας μοναστικής αδελφότητος, η οποία με Προεστώσα την νυν Γερόντισσα Νικοδήμη εγκαταστάθηκε προσωρινά στην Ιερά Μονή Αγίων Θεοδώρων, εγγύς των Μετεώρων. Ενώ η γυναικεία αδελφότης ήταν ακόμη στα σπάργανα, ο σοφός Γέροντας ετοίμαζε τον εσωτερικό Κανονισμό της, γραπτό κείμενό του που αποτελεί την  πνευματική διαθήκη του, το οποίο σε τελική μορφή παραδόθηκε στις αδελφές την 5η Μαΐου του 1975 στο σημερινό Μετόχι Του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ορμύλια Χαλκιδικής, όπου είχαν εγκατασταθεί οριστικά.

Μετά την εις Κύριον εκδημίαν του μακαριστού μητροπολίτου Διονυσίου τον Ιανουάριο του 1970, η αδελφότης του Μετεώρου στα τέλη του 1973 μεταφυτεύεται στο αγιώνυμο Όρος. Σε αυτό τους ώθησε η ανάγκη για μεγαλύτερη ησυχία, καθώς και η επίμονη παράκληση της εν λειψανδρία τότε ευρισκομένης Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας. Επειδή η θέση του ηγουμένου στην Ιερά Μονή ήτο κενή λόγω κοιμήσεως του μακαριστού αρχιμανδρίτου Χαραλάμπους, ο Γέροντας εκλέγεται την 25η Νοεμβρίου του 1973, από τους παλαιούς, κατά τα αγιορειτικά τυπικά, αδελφούς της Ιεράς Μονής Καθηγούμενος της Μονής και ακολούθως ενθρονίζεται την 17η Δεκεμβρίου από την Ιερά Κοινότητα.

Ως ηγούμενος στο νέο Μοναστήρι παράλληλα με την αγρυπνητική ζωή του, την Θεία Λειτουργία και τα λοιπά καθήκοντά του, φροντίζει για την αναδιοργάνωση της εσωτερικής ζωής της νέας αδελφότητος. Με σοφία και διάκριση προσλαμβάνει την αγιορειτική παράδοση με τα υπάρχοντα Τυπικά της, θέτει και την προσωπική του σφραγίδα, και δημιουργεί το Τυπικό της Μονής «στοιχών τοις θείοις Κανόσι» των αγίων Πατέρων, τους οποίους τόσο πολύ αγάπησε, με διακαή δίψα μελέτησε και παρέδωσε στους συγχρόνους του με μία επικαιρότητα μοναδική. Με σεβασμό και αγάπη, στην πείρα των παλαιών γερόντων εγκεντρίζει τον νεανικό ενθουσιασμό, την αφοσίωση και τον ζήλο των νεότερων μοναχών, και ενοποιεί την νέα κατά πολύ μεγαλύτερη αδελφότητα. Εν γένει, με την πατρική διαποίμανση και την χρηστή διοίκησή του προέβαλε την μακραίωνη παράδοση της παλαιφάτου αυτής Ιεράς Μονής και ανόρθωσε το κύρος της.

Ι. Μονή Σίμωνος Πέτρας

Παράλληλα με την τακτοποίηση της συνοδίας του στο Άγιον Όρος, ενδιαφέρεται πατρικώς και για την εγκαταβίωση σε μοναστήρι της συμπηχθείσης γυναικείας αδελφότητος. Αγοράσθηκε προς τούτο από την Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας το παλαιό Βατοπαιδινό Μετόχι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ορμύλια της Χαλκιδικής, το οποίο με την έγκριση του επιχωρίου επισκόπου και της Ιεράς Κοινότητος κατέστη και λειτουργεί ως Μετόχι της Σιμωνόπετρας από την 5η Ιουλίου του 1974.

Την ανακαίνιση του μικρού ερειπωμένου Μετοχίου, του οποίου καταξιώθηκε να γίνει σοφός και μεγάθυμος κτήτωρ, κατόρθωσε με μύριους κόπους και έμπονες προσευχές. Έπρεπε να αρχίσει εκ του μηδενός τα πάντα. Αφού εξασφάλισε την απαραίτητη για την ησυχία πέριξ του Μετοχίου έκταση, άρχισε το 1980 την κτηριακή ανοικοδόμηση, «ευδοκία και χάριτι Θεού» αλλά και με την συνδρομή του πιστού λαού. Σε μία δεκαπενταετία περίπου δημιουργήθηκε ένα μεγάλο Κοινόβιο. Απερίγραπτη ήταν η χαρά και η συγκίνησή του κατά την θεμελίωση του Καθολικού του Μετοχίου την 14η Σεπτεμβρίου του 1980 από τον μητροπολίτη Κασσανδρείας κυρό Συνέσιο, στο σεπτό πρόσωπο του οποίου συνάντησε τον διακριτικό και νουνεχή επίσκοπο. Το Μετόχι, την 25η Οκτωβρίου του 1991, διά Σιγγιλιώδους Πατριαρχικού Γράμματος της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, έλαβε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή αξία.

Ακολουθώντας το παράδειγμα των Πατέρων, που βοηθούσαν τους εν ανάγκαις και ασθενείαις συνανθρώπους, ιδρύει το 1982 πλησίον του Μετοχίου το Κέντρον Πνευματικής και Κοινωνικής Συμπαραστάσεως «Παναγία η Φιλανθρωπινή» – κληροδότημα του αειμνήστου καπετάν Ιωάννου Χατζηπατέρα –, το οποίο λειτουργεί με την εποπτεία και φροντίδα της γυναικείας αδελφότητος ως ταπεινή και ανιδιοτελής προσφορά στον λαό της περιοχής.

Ο Γέροντας θεωρούσε ως Σιμωνόπετρα και όλα τα Μετόχια της: την Ανάληψη στην Αθήνα, τον Άγιο Χαράλαμπο στην Θεσσαλονίκη, τον Όσιο Νικόδημο στον Πεντάλοφο Γουμενίσσης και στην Γαλλία τον Άγιο Αντώνιο, την Μεταμόρφωση και την Αγία Σκέπη. Για όλα ενδιαφέρθηκε με πατρική στοργή, διότι πολλοί συναθροίζονται εκεί, αποζητώντας  και βρίσκοντας στην Εκκλησία συμπαράσταση.

Ιδιαίτερη πρόνοια και επιμέλεια έδειξε για τους προστρέχοντες ετεροδόξους αλλοδαπούς, πολλούς από τους οποίους κατήχησε, βάπτισε και κάποιους έκειρε μοναχούς.  Ανάμεσά τους ξεχωριστή θέση κατέχουν οι αρχιμανδρίτες π. Πλακίδας Deseille και π. Ηλίας Ragot, μαζί με τις συνοδίες τους· από αυτές, με την διαρκή καθοδήγηση και συμπαράσταση του Γέροντος, δημιουργήθηκαν κατά το διάστημα 1979 έως 1984 τα τρία Μετόχια της Σιμωνόπετρας στην Γαλλία: ένα άνδρωο, του Αγίου Αντωνίου, και δύο γυναικεία, της Αγίας Σκέπης και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, τα οποία αποτελούν φυτώρια του Ορθοδόξου μοναχισμού στην Δύση.

Από το 1980 επισκέφθηκε μερικές φορές τα Μετόχια της Γαλλίας, για να κατευθύνει και να ενισχύσει τις νέες αδελφότητες. Επισκέφθηκε τότε και τον όσιο Σωφρόνιο στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Essex Αγγλίας, με τον οποίον ανέπτυξε βαθιά πνευματική σχέση και συνδέθηκε με αμοιβαία αγάπη· μάλιστα, το 1988 παρέστη στις εκεί τελετές αγιοκατάξεως του Γέροντος Σιλουανού και των εγκαινίων του ομωνύμου ναού του, ενώ το 1993, λίγο προ της κοιμήσεως του οσίου Σωφρονίου, ανταποκρίθηκε στην πρόσκλησή του να ευλογήσει την τελευταία κατοικία του στην νεόκτιστη κρύπτη.

Ο Γέροντας, ως Καθηγούμενος της Σιμωνόπετρας, συμμετείχε στα κοινά του Αγίου Όρους, στις συνάξεις των ανωτάτων θεσμικών οργάνων του, της Δισενιαυσίου Ιεράς Συνάξεως και της Εκτάκτου Διπλής Ιεράς Συνάξεως. Με την διάκρισή δε και την πείρα του συνέβαλε προθύμως και αποτελεσματικώς στην διευθέτηση πολλών αγιορειτικών υποθέσεων. Εκπροσώπησε επίσης πολλές φορές το Άγιον Όρος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στην Ελληνική Πολιτεία και αλλού, ως μέλος Ιεροκοινοτικών Επιτροπών και εξαρχικών αποστολών.

Φιλτάτη για τον Γέροντα ήταν η μόνωση, η ησυχία και η άσκηση της μοναχικής ζωής, καθώς και η εντρύφηση στην προσευχή. Ως πνευματικός πατήρ όμως της αδελφότητος της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας και της αδελφότητος τού εν Ορμυλία Ιερού Μετοχίου, διέθετε πολύν από τον χρόνο του στην διακονία της κατηχήσεως και καταρτίσεως αυτών. Συγχρόνως η αγάπη του για τον λαό του Θεού και την Εκκλησία τον ωθούσε να ανταποκρίνεται ενίοτε και στις προσκλήσεις των κατά τόπους αρχιερέων ή και άλλων φορέων για ομιλίες ή συμμετοχή του σε θεολογικά-μοναχικά συνέδρια στην Ελλάδα, στην Κύπρο ή αλλού, προς καταρτισμόν του χριστεπωνύμου πληρώματος.

Προορώμενος δε τον Κύριον ενώπιόν του διά παντός, αντιπαρήρχετο με πολλήν φυσικότητα και απόλυτη ηρεμία και χαρά κάθε δυσκολία, δεχόμενος τα πάντα ως θεία ευλογία. Με την αυτή διάθεση δέχθηκε και την μεγάλη πυρκαϊά του Αυγούστου του 1990, η οποία κατέκαυσε το Άγιον Όρος και απείλησε σοβαρά την Σιμωνόπετρα.

Στις αρχές του 1995 ένας μόνιμος κλονισμός της υγείας του υποχρέωσε τον Γέροντα να εγκαταλείψει τα ηγουμενικά καθήκοντά του, το περιπόθητο μοναστήρι του και το πεφιλημένο του Άγιον Όρος και να εφησυχάσει στο Μετόχι της Ορμύλιας, «ανταναπληρών τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί του, υπέρ του σώματος του Χριστού», με μεγάλη καρτερία. Το έτος 2000 ο σεπτός Πατήρ παρέδωσε την σκυτάλη της ηγουμενίας στον νυν Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Γέροντα Ελισαίο, ο οποίος με υϊικό σεβασμό συνεχίζει το έργο του μέχρι σήμερα.

Το πρωί της 9ης Μαΐου του έτους 2019, ο Γέροντας, εξεδήμησε προς Όν ηγάπησε Κύριον. Το σώμα του ετάφη στο Μετόχι της Ορμύλιας, το οποίο ως κτητορικό έργο της ζωής του προσέφερε στην Ευαγγελίστρια Κυρία Θεοτόκο. Επάνω στον τάφο του χαράχθηκε ο στίχος του ψαλτηρίου «Ἐκ νυκτός ὀρθρίζει τό πνεῦμα μου πρός σε ὁ Θεός», χαρακτηριστικός της αγρυπνητικής ζωής του.

Από τον πλούσιο πνευματικό αμητό του Γέροντος ελάχιστα κείμενα είδαν το φως της δημοσιότητος κατά τις ημέρες της δράσεώς του, διότι ο ίδιος, έχοντας ως μόνον σκοπό τον καταρτισμό και την οικοδομή των πνευματικών του τέκνων ή του ποιμνίου της Εκκλησίας, απέφευγε ταπεινοφρόνως την συγγραφή.

Ο λόγος του Γέροντος Αιμιλιανού χαρακτηρίζεται από την βιωματική προσέγγιση των θεμάτων, την βαθιά ανάλυση των νοημάτων και το πηγαίο της εκφράσεως. Οι κατηχήσεις του αποτελούν πολύτιμη κληρονομιά και παρακαταθήκη για τους μοναχούς του, κρατήρα πεπληρωμένον «οίνου ακράτου», ο οποίος με την επ’ εσχάτων σιωπή του κατέστη «περικεχρυσωμένος και περιηργυρωμένος», διαφυλάσσονται δε από τις δύο αδελφότητες ως τιμαλφέστατο κειμήλιο. Την απομαγνητοφώνηση και καταγραφή των πολυπληθών κατηχήσεων και ομιλιών του ανέλαβε η γυναικεία αδελφότης του Μετοχίου Ορμυλίας, η οποία και προβαίνει στην έκδοσή τους ως διακονία αγάπης στην Εκκλησία του Θεού.

Σεμνύνεται η Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας για την ηγουμενία του Γέροντος, η οποία αξιολογείται ήδη ως μία από τις ευλογημένες περιόδους της νεότερης ιστορίας της Μονής, θεομητορική δε προνοία συμπίπτει με την ευρύτερη αθρόα επάνδρωση και ακτινοβολία όλου του Αγίου Όρους.

Αξίζει να σημειωθεί η εκκλησιολογική προσέγγιση του μοναχισμού από τον Γέροντα, όπως διατυπώνεται στο Τυπικόν του Ιερού Κοινοβίου Ορμυλίας:

«Η μοναστική αδελφότης του Κοινοβίου, ζώσα με τον ίδιον αυτής ρυθμόν, ζη ουσιαστικώς εν τη Εκκλησία διά την Εκκλησίαν, ως η καρδία ή μέλος τι σώματος, και δεν εκτιμάται από την ανάπτυξιν δραστηριότητος αλλά, κυρίως, από την εραστικήν αναζήτησιν του Θεού. Ούτως οι μοναχοί αποβαίνουν θεοειδείς, ελκύοντες και τους άλλους προς την θείαν ζωήν»

 

 

The post Γέρων Αιμιλιανός ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΖΩΗΣ appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
9078
Στιγμιότυπα και αναμνήσεις από τον Γέροντα Αιμιλιανό https://geronaimilianos.org/%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%b1-%e1%bd%80%ce%bc%cf%80%cf%81%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%cf%84%cf%82-%e1%bc%a1%ce%b3/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=%25ce%25b3%25ce%25b5%25cf%2581%25cf%258c%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25b9%25cf%2583%25cf%2583%25ce%25b1-%25ce%25bc%25ce%25b1%25ce%25ba%25ce%25b1%25cf%2581%25ce%25af%25ce%25b1-%25e1%25bd%2580%25ce%25bc%25cf%2580%25cf%2581%25ce%25ac%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25bf%25ce%25b2%25ce%25b9%25cf%2584%25cf%2582-%25e1%25bc%25a1%25ce%25b3 Tue, 07 Apr 2026 08:11:20 +0000 https://geronaimilianos.org/?p=9075 Γερόντισσα Μακαρία Ὀμπράντοβιτς, Ἡγουμένη Ἱ.Μονῆς Σοκόλιτσα Κοσόβου. Εγώ είμαι Σερβίδα. Η Ελλάδα είναι η μοναστική μου πατρίδα. Τη διδακτορική μου διατριβή στη χημεία την τελείωσα το φθινόπωρο το 1971 στη Λιουμπλιάνα. Η χημεία ήταν και παρέμεινε μεγάλη μου αγάπη. Απλώνει τα χέρια της πλατιά στα ανθρώπινα έργα. Είχα πολλά σχέδια για τις μελλοντικές μου εργασίες....

Read More

The post Στιγμιότυπα και αναμνήσεις από τον Γέροντα Αιμιλιανό appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
Γερόντισσα Μακαρία Ὀμπράντοβιτς, Ἡγουμένη Ἱ.Μονῆς Σοκόλιτσα Κοσόβου.

Εγώ είμαι Σερβίδα. Η Ελλάδα είναι η μοναστική μου πατρίδα. Τη διδακτορική μου διατριβή στη χημεία την τελείωσα το φθινόπωρο το 1971 στη Λιουμπλιάνα. Η χημεία ήταν και παρέμεινε μεγάλη μου αγάπη. Απλώνει τα χέρια της πλατιά στα ανθρώπινα έργα. Είχα πολλά σχέδια για τις μελλοντικές μου εργασίες. Αλλά, ήδη από τότε, σιγά σιγά ωρίμαζε μέσα μου η επιθυμία να αλλάξω το αγαπημένο μου εργαστήρι για το μοναχικό κελλί. Αλλά πώς και πού; Σε αυτό με βοήθησε, αν και όχι συνειδητά, ο ιερομόναχος Ειρηναίος Μπούλοβιτς, ο νυν Μπάτσκας. Γνωριστήκαμε το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς στη Ρώμη, στο Συμπόσιο Ορθόδοξης Νεολαίας της Ευρώπης. Με κάλεσε να τον επισκεφτώ στην Αθήνα για να γνωρίσω την Ορθοδοξία στην Ελλάδα, πράγμα που δέχθηκα με ευχαρίστηση και έτσι βρέθηκα στην Αθήνα για τη Μεγάλη Εβδομάδα και τo Πάσχα της επόμενης χρονιάς. Με τις κοπέλες, τα πνευματικά του τέκνα, παρακολουθήσαμε όλες τις ακολουθίες και επισκεφτήκαμε πολλά μοναστήρια και ησυχαστήρια της Αττικής.

Αμέσως μετά το Πάσχα έπρεπε να γυρίσω στο Πανεπιστήμιο, στους φοιτητές μου. Ο πατήρ Ειρηναίος πρότεινε να περάσουμε στην επιστροφή από τη μονή Μεταμορφώσεως στα Μετέωρα, όπου συνάντησα τον Ηγούμενο, μοναχό με αρχοντική εμφάνιση, τον πατέρα Αιμιλιανό. Επίσης, επισκεφτήκαμε και τη νέα αδελφότητα της ιεράς μονής Αγίων Θεοδώρων, όπου θα διανυκτερεύαμε εμείς οι κοπέλες, τα πνευματικά τέκνα του πατρός Ειρηναίου και εγώ.

Την επόμενη μέρα, πολύ πρωί, ακόμα ήταν σκοτάδι, σηκωθήκαμε για προσευχή. Την ίδια ώρα εμφανίστηκε και ο π. Αιμιλιανός. Μου φάνηκε πολύ ψηλός, κομψός, με άψογα σιδερωμένα ράσα, ενώ από το άνοιγμά τους φαίνονταν τα κόκκινα γράμματα του μεγάλου μοναχικού σχήματος. Χάρηκα πολύ: αυτός ο μοναχός πράγματι είναι αξιοπρεπής.

Τέλεσε τη Θεία Λειτουργία, στην οποία κοινώνησαν σχεδόν όλες οι αδελφές. Αισθανόμουνα ότι ήμουν στον ουρανό. Μετά την εκκλησία, μας κέρασαν καφέ και έπειτα είχαμε σύναξη. Ο πατήρ έλεγε, έλεγε και έλεγε, και εγώ νύσταζα, νύσταζα και νύσταζα. Παρόλο που μου έκαναν μετάφραση, εγώ τίποτε δεν κατάλαβα. Επιπλέον λειτούργησε το δικό μου «σερβικό φρόνημα», που είχα αποκτήσει στα σερβικά μοναστήρια, ότι ο μεγαλόσχημος μοναχός δεν πρέπει να λέει περισσότερο από εφτά λέξεις την ημέρα. Όλες οι μοναχές στη Σερβία εκείνης της εποχής ήταν ρασοφόρες και παρουσιαζόταν πρόβλημα μετά την κοίμησή τους πώς να τις κηδέψουν. Στους ρασοφόρους δεν τελείται η μοναχική κηδεία.

Άδικα κατέκρινα τον π. Αιμιλιανό, ενώ σήμερα διαρκώς διψάω για τα λόγια του.

Την ίδια μέρα γύρισα στο Βελιγράδι και μπήκα στην καθημερινότητα. Οι δόκιμες της ιεράς μονής των Αγίων Θεοδώρων δεν με άφηναν ήσυχη. Ούτε αυτές ούτε και η ηγουμένη τους, η οποία τότε ήταν η Γερόντισσα Φωτεινή. Αυτές ήταν οι λευκοί μου άγγελοι. Με έλκυαν πάρα πολύ. Γι’ αυτόν τον λόγο, την ίδια χρονιά, κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών στο Πανεπιστήμιο, έπρεπε οπωσδήποτε να επιστρέψω κοντά τους. Τότε έμαθα ότι και αυτές και οι μοναχοί από την ιερά μονή Μεταμορφώσεως σύντομα θα έφευγαν από τα Μετέωρα. Οι μοναχοί θα πήγαιναν στο Άγιον Όρος, ενώ αυτές σε κάποιο μετόχι κοντά στη Θεσσαλονίκη. Επειδή κι εγώ πήρα ταυτόχρονα την απόφαση να εγκαταλείψω το δικό μου Πανεπιστήμιο και να πάω να γίνω μοναχή και ταυτόχρονα να ολοκληρώσω τις θεολογικές σπουδές μου στη Θεσσαλονίκη, βρέθηκα μαζί με τους λευκούς μου αγγέλους και ήρθα στην Ορμύλια.

Όλα ήταν διαφορετικά από τα σερβικά μοναστήρια. Μου χρειαζόταν πολύς καιρός για να προσαρμοστώ, και πρώτα απ’ όλα να μάθω την ελληνική γλώσσα. Μου έδωσαν και δασκάλα, και μαθαίναμε η μία από την άλλη, εκείνη τα σερβικά και εγώ τα ελληνικά.

Ο Γέροντας παρακολουθούσε άγρυπνα την πρόοδό μου. Ήταν πλήρης καλοσύνης, κατανόησης και αγάπης. Όταν έμαθα επαρκώς τη γλώσσα για να μπορούμε να συνεννοούμαστε κατ’ ιδίαν, άρχισε να με μαθαίνει την ευχή, τη μοναχική ταπείνωση, την αγάπη… Ήταν μειλίχιος δάσκαλος, με πολύ ισχυρό λόγο…

Συλλογιζόμουνα: αν ήταν δυνατόν να διδάξει ο Γέροντας Αιμιλιανός έστω και λίγες φορές τις καλές μου αδελφούλες μοναχές στη Σερβία, πώς θα χαίρονταν οι ψυχές τους, ίσως και να μεταμορφώνονταν, διότι εκτός από τον Επίσκοπο Παύλο κανείς δεν φρόντιζε για την πνευματική τους πρόοδο. Τους είχαν μάθει μόνο πώς να δουλεύουν.

Καθεμία από εμάς, τις Ορμυλιώτισσες, έχει πολλές αναμνήσεις και στιγμιότυπα από τον Γέροντα. Θα αναφέρω μόνο δύο απ’ αυτά.

Ο Γέροντας ερχόταν πάντα αναπάντεχα στην Ορμύλια, όταν αισθανόταν ότι υπάρχει ανάγκη. Ποια ώρα θα έρθει, το ήξερε μόνο η Ηγουμένη, και όταν αυτό συνέβαινε χτυπούσε ένα κουδούνι, εμείς παίρναμε τα σκαμνάκια μας και τρέχαμε στην αυλή να τον χαιρετήσουμε, να πάρουμε την ευχή του και να μάθουμε τα νέα από το μοναστήρι μας, τη Σιμωνόπετρα, και από το Άγιον Όρος. Αυτό γινόταν σύντομα, εκείνος έφευγε για το κελλί του αφού μας έδινε την ευχή του και εμείς γυρίζαμε στα διακονήματά μας.

Και έτσι μια φορά, τα πρώτα χρόνια μας στην Ορμύλια, που τον πλησίασα να πάρω την ευχή του, μου είπε αυστηρά:

«Α έτσι, εσύ πηγαίνεις τη νύχτα στην αυλή και τρως τα ροδάκινα που είναι για την τράπεζα;»

«Αλλά, Γέροντα…» θέλησα να του απαντήσω πως δεν το κάνω εγώ.

«Δεν υπάρχει το αλλά. Να είναι ευλογημένο! Σαράντα μέρες χωρίς Θεία Κοινωνία». Έστριψε και έφυγε.

Σαν να με χτύπησε κάτω από ξαστερό ουρανό ένας κεραυνός. Μου ήταν αδιανόητο να μείνω σαράντα μέρες χωρίς τη Θεία Κοινωνία. Για τα άλλα δεν αγανάκτησα, αλλά μου ήταν σημαντικό να με πιστέψει κάποιος. Ποιος; Θα μπορούσα μόνο στην Ηγούμενη να πω τα βασανά μου. Αυτό και έκανα μετά από λίγες μέρες όταν εκείνη μπόρεσε να με δει. Της τα είπα όλα, δίχως αντίρρηση για το επιτίμιο και δίχως να κρίνω κανέναν. Εκείνη μόνο με ρώτησε:

«Τι σκέφτεσαι να κάνεις;»

«Να κάνω υπακοή στον Γέροντα».

Και το έκανα.

Δεν ήμουνα θλιμμένη την ώρα που οι άλλες αδελφές κοινωνούσαν, διότι ήξερα ότι δεν φταίω για αυτό που τιμωρήθηκα, αλλά πίστευα ότι σίγουρα υπάρχουν άλλοι λόγοι για τους οποίους έπρεπε να έχω τιμωρηθεί ακόμα πιο αυστηρά.

Πέρασαν οι σαράντα μέρες, και την επόμενη φορά που ήρθε ο Γέροντας στην Ορμύλια, όταν έπαιρνα την ευχή του, εκείνος έσφιξε το χέρι μου πολύ σφιχτά, ακούμπησε το κεφάλι μου στο πλευρό του και σιγά μού είπε:

«Η προσωπικότητα του μοναχού πρέπει να σφυρηλατηθεί, και σε αυτό η ταπείνωση είναι βάση».

Τα λόγια του με συγκίνησαν βαθιά. Αισθάνθηκα σαν να μεταλάμβανα, όλες τις προηγούμενες μέρες, όχι του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου αλλά της θείας ταπεινώσεως.

Ο Γέροντας ήταν πρωτότυπος και δούλεψε με επιμονή στη διαμόρφωση της δικής μας μοναχικής προσωπικότητας. Για κάθε μία είχε ιδιαίτερο τρόπο, έτσι ακριβώς όπως και εμείς ήμασταν, η κάθε μία από μας, ιδιαίτερη.

Το άλλο γεγονός που είναι μεγάλης σημασίας για μένα διαδραματίστηκε σε ένα μικρό δωμάτιο όπου μας εξομολογούσε ή είχαμε τις πνευματικές μας συζητήσεις. Μια νύχτα, όταν ολοκληρώσαμε τη συζήτησή μας, και εγώ ήθελα να φύγω, επειδή πολλές αδελφές περίμεναν τη σειρά τους, αισθάνθηκα ότι ο Γέροντας έχει κάτι ακόμα να μου πει. Κάθισα και περίμενα.

«Παιδί μου, έχεις πάει ποτέ στο Δούσικο, στη μονή του Αγίου Βησσαρίωνος, του τοπικού αγίου της Θεσσαλίας;»

«Ακόμη δεν πρόλαβα».

«Ξέρεις, εγώ για κάμποσο καιρό, ως νέος ιερομόναχος ζούσα εκεί. Μια χρονιά, την ώρα που τελούσα τη Θεία Λειτουργία την ημέρα του Αγίου και μόλις είχα διαβάσει το Ευαγγέλιον, γύρισα προς την Αγία Τράπεζα και εξεπλάγην όταν είδα ότι δίπλα της στέκεται ένας ηλικιωμένος ιερέας με πλήρη ιερατική στολή. Η καρδιά μου φλεγόταν, ενώ η ψυχή μου έλεγε ότι αυτός είναι ο Άγιος Βησσαρίων. Τελέσαμε τη Λειτουργία μαζί και τότε ο Άγιος απομακρύνθηκε έτσι όπως και ήρθε. Πίσω του άφησε ευωδία. Τι να σου πω! Και εγώ ο ίδιος δεν γνωρίζω σε ποιο ουρανό βρισκόμουνα!» Δεν χρειαζόταν να μου πει τίποτε, διότι όλα φαίνονταν πάνω του. Όσο μιλούσε, ήταν συγκινημένος, το πρόσωπό του ήταν μια στιγμή χλωμό, την άλλη ρόδινο, ενώ τα μάτια του, τα μάτια του έλαμπαν σαν να υπήρχαν χίλιοι ήλιοι μέσα τους. Τόσο πολύ έλαμπαν, ώστε νόμιζα ότι, αν ήμασταν χωρίς λάμπα σε εκείνο το σκοτάδι, εκείνα τα μάτια θα φώτιζαν τον χώρο σαν να βρισκόμασταν κάτω από τον ήλιο το μεσημέρι κάποιας καλοκαιριάτικης μέρας. Πίστευα ότι η λάμψη των ματιών του διαπερνούσε στους τοίχους και ότι σίγουρα την είδαν και οι αδελφές Ευκαρπία και Εφραιμία, οι οποίες ήταν στο διπλανό δωμάτιο.

Και εγώ πού βρισκόμουνα εκείνες τις στιγμές; Με τις προσευχές και την εμπιστοσύνη του Γέροντος και εγώ ήμουνα μέσα στα γεγονότα αυτά τόσο, που είχα την εντύπωση ότι βρίσκομαι σε κάποια γωνιά του Ιερού Βήματος και με τα μάτια μου και την καρδιά μου παρακολουθώ τους δύο αγίους ανθρώπους πώς τελούν την ουράνια Λειτουργία. Ναι, και εγώ παρευρέθηκα σε αυτόν τον ουρανό. Το συμβάν δεν περιγράφεται ούτε ξεχνιέται.

Ο Γέροντας δεν μας εγκατέλειψε.

Έφυγε σε κάποιο άλλο μέρος, όπου μας βλέπει καλύτερα και μας εποπτεύει.

Και σήμερα, σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε που έφυγα από την Ορμύλια, όταν επιβάλλεται να λύσω κάποιο πρόβλημα, εγώ πρώτα στηρίζομαι στα Ευαγγέλια και μετά αναρωτιέμαι τι θα έκανε ο Γέροντας σε μια τέτοια περίπτωση και τι θα έκανε ο Επίσκοπος Δανιήλ… και παίρνω απόφαση.

Ναι, αυτοί ζούνε μέσα μου και εγώ ζω μαζί τους.

 

The post Στιγμιότυπα και αναμνήσεις από τον Γέροντα Αιμιλιανό appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
9075
Άσκηση και Εκκλησιολογία στην θεολογία του γέροντα Αιμιλιανού https://geronaimilianos.org/%ce%ac%cf%83%ce%ba%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%ce%ba%ce%ba%ce%bb%ce%b7%cf%83%ce%b9%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=%25ce%25ac%25cf%2583%25ce%25ba%25ce%25b7%25cf%2583%25ce%25b7-%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b9-%25ce%25b5%25ce%25ba%25ce%25ba%25ce%25bb%25ce%25b7%25cf%2583%25ce%25b9%25ce%25bf%25ce%25bb%25ce%25bf%25ce%25b3%25ce%25af%25ce%25b1-%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b7%25ce%25bd-%25ce%25b8%25ce%25b5%25ce%25bf%25ce%25bb%25ce%25bf%25ce%25b3 Tue, 07 Apr 2026 08:07:36 +0000 https://geronaimilianos.org/?p=9073 Δημήτρης Γ. Ιωάννου 18 Ιουλίου 2020   Διαβάζοντας κανείς τα βιβλία του π. Αιμιλιανού, καταλαβαίνει ευθύς εξαρχής τον πρώτιστο ρόλο που παίζει η ηθική στην ορθόδοξη θεολογία, καθώς μάλιστα δεν είναι αποσπασμένη από την δογματική συνείδηση. Θα κάνουμε μια μικρή προσπάθεια να φωτίσουμε λίγο αυτή την ηθική, με βάση το βιβλίο του Γέροντα «Λόγος περί...

Read More

The post Άσκηση και Εκκλησιολογία στην θεολογία του γέροντα Αιμιλιανού appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
Δημήτρης Γ. Ιωάννου

18 Ιουλίου 2020

 

Διαβάζοντας κανείς τα βιβλία του π. Αιμιλιανού, καταλαβαίνει ευθύς εξαρχής τον πρώτιστο ρόλο που παίζει η ηθική στην ορθόδοξη θεολογία, καθώς μάλιστα δεν είναι αποσπασμένη από την δογματική συνείδηση. Θα κάνουμε μια μικρή προσπάθεια να φωτίσουμε λίγο αυτή την ηθική, με βάση το βιβλίο του Γέροντα «Λόγος περί Νήψεως, Ερμηνεία στον Αββά Ησύχιο» (Ίνδικτος, 4η έκδοση, 2018).

Εν πρώτοις, είναι αληθές ότι υπάρχει το «ομοούσιον» όλων των ανθρώπων, ότι στην πραγματικότητα υπάρχει ένας άνθρωπος, «ο Αδάμ». Και όμως, η σχέση με τον Θεό είναι τέτοια, ώστε συναντάς τον άλλο άνθρωπο μέσα σε μια αποφατική ατμόσφαιρα, σε ένα είδος γνόφου απομάκρυνσης από αυτόν. Μόνο έτσι τον ξαναβρίσκεις αληθινά. Εν πρώτοις γράφεται ότι ο ίδιος ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και του ενεφύσησε «ψυχήν ζώσαν» (Γεν. 2, 7)). «Τότε ο Θεός έπαυσε πλέον να πνέει μόνον επάνω από αβύσσους και να περνά μέσα από κτιστά και υλικά στοιχεία και ζώα∙ εσκήνωσε σε ένα μοναδικό και ύψιστο ον, το οποίο έγινε ο βασιλιάς και ο λόγος της κτίσεως∙ λόγος δε της κτίσεώς του, της δημιουργίας του, είναι ο ίδιος ο Θεός. Από την ώρα αυτή γίνεται πια αναπόφευκτη η συγκυρία, η συμπόρευσις, η ένωσις του ανθρώπου μετά του Θεού, και δεν είναι δυνατόν  να νοηθεί ο άνθρωπος, η εικών του αοράτου Θεού, χωρίς το Άγιον Πνεύμα» (ό.π. σελ. 4). Ο άνθρωπος πλάθεται έχοντας εξαρχής «το ηγεμονικό» (ό.π. σελ. 5), και αυτό ειναι ο «νους», με τον οποίο μπορεί να επισκοπεί τον εσωτερικό του κόσμο και παράλληλα να ελέγχει και το εξωτερικό του περιβάλλον. Αυτή η ικανότητα της αυτοπαρατήρησης είναι πολύ μεγάλη. Στη Δύση είναι κυρίως γνωστή μέσω της λογοτεχνίας, όπου οι ήρωες σκέπτονται τα συναισθήματά τους και τις ιδέες τους. Στον τομέα της σύγχρονης δυτικής ηθικής, δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο, γιατί οι φιλόσοφοι ενδιαφέρονται περισσότερο για τις πράξεις και λιγότερο για τις αντιλήψεις ή την άβυσσο της ανθρώπινης εσωτερικότητας (που αναλαμβάνει να μελετήσει η Ψυχανάλυση). Και όμως, χάρη στο «νου» του, ο άνθρωπος έχει μία τεράστια δυνατότητα να αφουγκράζεται και να παρακολουθεί τον εαυτό του, πάνω στην οποία στηρίζεται και η ορθόδοξη ηθική. Και συμπληρώνει ο π. Αιμιλιανός ότι, εφόσον ο άνθρωπος έχει το «ηγεμονικό», «υπάρχει εσωτερική κοινωνία της ανθρώπινης και της θείας φύσεως εν τω ανθρώπω, όπως και εν τω Χριστώ» (ό.π. σελ. 5).

Είναι ιδιαίτερα σημαντικός ο όρος «κοινωνία φύσεως» και όχι «κοινωνία υποστάσεων». Ο Χριστός είχε μόνο ανθρώπινη φύση, ενώ η υπόστασή Του ήταν αυτή του Θεού-Λόγου. Η ανθρώπινη όμως αυτή φύση θεώθηκε, γιατί ήταν πλήρως ενωμένη με την Θεότητα, και μάλιστα κατέστη όχι φορέας, αλλά πηγή της χάριτος. Παρομοίως και εμείς, αν θέλουμε να μοιάσουμε στον Χριστό, πρέπει να συνεργήσουμε ώστε η κοινωνία της ανθρώπινης φύσης μας με την Θεία να γίνει εφικτή και ενεργός. Και σε αυτό παίζει μεγάλο ρόλο ο «νους», ο οποίος δεν είναι μια απλή φιλοκαλική κενολογία, αλλά αληθής πραγματικότητα. Στον άνθρωπο ευθύς εξαρχής επιδρούν οι άκτιστες θείες ενέργειες, και κατόπιν, όταν βαφτίζεται κανείς, «ενδύεται με την βάπτισή του την θεότητα, την χαρισματική ζωή, οπότε το Άγιον Πνεύμα γίνεται ο κλήρος της υπάρξεώς του» (ό.π. σελ. 6). Και μπορεί πια, επειδή ενεργείται κανείς από το Άγιον Πνεύμα, να «νήφει», όπου «νήψις» είναι «μια εσωτερική κοινωνία, ένας εσωτερικός οργασμός με τον Θεόν, που μπορεί να επιτελείται καθημερινώς μέσα μας, όταν εμείς δεν είμαστε απασχολημένοι με την ματαιότητα ή την συμβατικότητά μας, με το ψέμα της ζωής» (ό.π. σελ. 6). Η ανθρώπινη ζωή, όταν είναι άγευστη της θεότητας, αποκαλείται «ματαιότητα», ενώ αληθινή ζωή είναι το να «ενεργεί κανείς πνευματικά στο θυσιαστήριο της καρδιάς του» (ό.π. σελ. 7).

Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, ότι η ανθρώπινη καρδιά είναι δηλαδή ένα «θυσιαστήριο» και θα έπρεπε να αναπτυχτεί περισσότερο από την σύγχρονη εκκλησιολογία, που μιλά μόνο για το θυσιαστήριο της Αγίας Τραπέζης και την «κοινότητα», με τέτοιο τρόπο ώστε θα έλεγες πως εξαφανίζεται η προσωπική συνέργεια. Και όμως, η ανθρώπινη καρδιά είναι ένα θυσιαστήριο, όχι απλά τόπος συναισθημάτων αλλά και χώρος αποθησαύρισης βιωμάτων, και μάλιστα των πλέον βαθέων. Γράφει ο Γέροντας μιλώντας για τα εμπαθή νοήματα: «Προφανώς η πρόθεσις «εν» αποκαλύπτει ότι η καρδιά μου δεν είναι απλώς επιφάνεια, αλλά κοιλότητα, ένα κατοικητήριο, ένα άδυτο, κάτι το χωρητικό». (ό.π. σελ. 9) Και δεν μπορεί κανείς να μην έχει τίποτε μέσα σε αυτό το άδυτο. Αν δεν έχει τον Θεό, θα έχει τα εμπαθή νοήματα.

Αυτές οι δύο πλευρές, η κοινότητα και το διακριτό πρόσωπο, συνυπάρχουν στην ορθόδοξη θεολογία. «Αλλά ενώ στον Τριαδικό  Θεο περισσότερο αισθητή ειναι η αδιαίρετη μονάδα στην άκτιστη απλότητά της, και ο δεσμός της ουσιώδους ενότητας είναι τέλειος και απόλυτος, στο ανθρώπινο πεδίο παραμένει τούτο ζητούμενο, κάτι φυσικό αλλά και κάτι που πρέπει να κατορθωθεί», γράφει ένας θεολόγος (π. Χρυσόστομος, «Ένας και Τρεις», Ι. Μ. Κουτλουμουσίου, 2019, σελ. 155). Ο άνθρωπος πρέπει να καλλιεργήσει στο θυσιαστήριο της καρδιάς του την αγάπη, ώστε να επιτευχθεί αυτή η ενότητα. Και η αγάπη είναι το ζητούμενο της «νήψεως».

Ο Θεός, κατά την Παλαιά Διαθήκη, είναι ζηλότυπος, και γι’ αυτό, «όταν το πνεύμα μας είναι απασχολημένο με κάτι άλλο, το Άγιον Πνεύμα παραμένει ανενεργό» («Περί Νήψεως», σελ. 7). Ο π. Αιμιλιανός μιλά βέβαια σε μοναχούς, ωστόσο η μοναχική πολιτεία μπορεί να διδάξει με τις αρχές της πολλά τον καθένα από μας. Φαίνεται λοιπόν ότι η βάση είναι αυτή: ο νους πρέπει να στρέφεται διαρκώς προς τον Θεό και να μην αποκολλάται από εκεί. Είναι σημαντικό ότι ο νους μπορεί να «στρέφεται» προς τα εδώ ή προς τα εκεί, να στοχεύει κάποιον ή κάτι – αυτό ειναι μια αρχή που θα την καταλάβαινε, από όλη τη Φιλοσοφία, μόνον η Φαινομενολογία. Εκεί αναγνωρίζεται ότι η συνείδηση στοχεύει («προθετικότης») ένα αντικείμενο, αγνοεί όμως και αυτή ότι μπορεί να στοχεύσει και πρόσωπο. Και αν αυτό δεν είναι το πρόσωπο του Θεού, τότε ο νους έχει ξεφύγει από τον σκοπό του. Ο Θεός ζητά να στραφούμε προς αυτόν: «Όταν κάποιος με παρατηρεί με πολλή αγάπη αλλά εγώ κοιτάζω αλλού και δεν έχω καμία κοινωνία μαζί του, αυτός δεν μπορεί να με κάνει μέτοχο της αγάπης του. Μπορεί μόνον να περιμένει με το χέρι υψωμένο, ώστε, μόλις του ρίξω το βλέμμα μου, αμέσως εκείνος να με προσκαλέσει και να έχω κοινωνία μαζί του. Αλλά πόσες φορές μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να το κάνομε αυτο; Το Πνεύμα το Άγιον όμως το κάνει∙ παραμένει σε αυτή τη θέση ίσως και σε όλη μας τη ζωή, περιμένοντας κάποτε να ελκύσει τα όμματα της καρδίας μας» (ό.π. σελ. 7-8).

Παρακάτω ο π. Αιμιλιανός ξεδιπλώνει την βαθύτατη σχέση της διανοητικής με την πνευματική ζωή. Και υπάρχουν τα «εμπαθή νοήματα και λόγια και πονηρά έργα» (ό.π. σελ. 8). Η διάνοια δηλαδή, που είναι ενέργεια του νου – αυτό αγνοείται τελείως από τη δυτική φιλοσοφία- μπορεί να συμφύρεται με αυτό που λέγεται «συναίσθημα», αλλά είναι στην πραγματικότητα πάθος, και να απαρτίζει ένα βδελυρό όλον. Η νήψη βοηθά να απαλλαγεί κανείς από αυτά. Διαβάζουμε, ας πούμε, το εξής: «Μου ζητάει κάποιος βοήθεια. Εγώ την ώρα εκείνη είμαι κουρασμένος και του αγριομιλάω. Η στάσις μου αυτή είναι ένα πονηρό έργο και φανερώνει ότι μέχρι σήμερα δεν έχω χρησιμοποιήσει την πνευματική μέθοδο της νήψεως, την οδό που οδηγεί στην απάθεια.» (ό.π. σελ. 8). Δεν πρόκειται για μια τελειοθηρία, για μια προσπάθεια να δημιουργήσει κανείς έναν «άμεμπτο» χαρακτήρα από ηθικολογική άποψη, πρόκειται για ευφροσύνη και χαρά.

Καταρχήν ο άνθρωπος έγινε «βασιλιάς της κτίσεως και της ζωής» (ό.π. σελ. 10), αλλά με τα πάθη ξαναγίνεται σκλάβος. Και πλάστηκε έτσι ώστε να παρακολουθεί διαρκώς τον Θεό: «Πίνω λόγου χάριν και μετά φονεύω. Δεν ήθελα να φονεύσω ∙ αλλά, αφού πίνω, είναι φυσικό να φονεύσω ή να βρίσω ή να ξεχάσω. Αλλά και γενικότερα πίνω σημαίνει ότι καταργώ την νηστεία, την όραση και παρακολούθηση του Θεού, αφού νηστεία σημαίνει εγρήγορσις, αναζήτησις και παρακολούθησις του Θεού» (αυτόθι). Το θυσιαστήριο του ανθρώπου, η καρδιά του, μπορεί, αν το θέλει, να παραμένει καθαρό: «Όταν μέσα μου κινείται νόημα που δεν το ελέγχω, σημαίνει ότι η καρδιά μου έχει ξεφύγει από τα χέρια μου. Και όταν κάτι μου ξεφεύγει, λόγου χάριν μια πέτρα, δεν ξέρω ποιο κεφάλι θα σπάσει ή τι κακό μπορεί να προκαλέσει. Η αμαρτία ετελέσθη βεβαίως άπαξ στον παράδεισο, αλλά τελείται τώρα και στη δική μου ζωή. Με την νήψη όμως μπορώ να ελευθερωθώ από την σκλαβιά αυτή, διότι είναι η οδός προς την απάθεια, προς την οποία δεν υπάρχει άλλος δρόμος». (ό.π. σελ. 10-11).

Το θυσιαστήριο της καρδιάς πρέπει να ειναι αφιερωμένο πάντα στην παρακολούθηση του Θεού, όπως η Νύμφη του Άσματος Ασμάτων παρακολουθεί κάθε κίνηση του Νυμφίου της: « ‘‘εμπαθών νοημάτων’’. Τι σημαίνει νόημα; Η κατάληξης –μα δείχνει το αποτέλεσμα. Άρα νόημα είναι το αποτέλεσμα μιας νοεράς κινήσεως. Εγώ νοώ και το αποτέλεσμα της λειτουργίας που τελείται και οράται μέσα μου, η παράστασις της κινήσεώς μου είναι το νόημα. Παρακολουθώ λόγου χάριν κάποιον πώς κινείται, πώς χαμογελάει, τι κάνει, και έχω μπροστά μου τη δική του εικόνα αντί του Θεού» (ό.π. σελ. 11). Φαίνεται παράξενο ότι η παρακολούθηση του άλλου και ο συγχρωτισμός μαζί του πρέπει να αποφεύγονται, γιατί , για ορισμένες φιλοσοφίες, η «συνάντηση» με τον άλλον, είναι το ζητούμενο. Αλλά η συνάντηση με τον άλλον, για να είναι γνήσια και μη εμπαθής, δωρίζεται μέσω του Θεού, που πρωτεύει οντολογικά στο θυσιαστήριο της καρδιάς μου. Όσον αφορά τη λέξη «λόγων» (εμπαθείς «λόγοι») λέγονται τα εξής: «Τι είναι ο λόγος; Το σάρκωμα του νοήματος, της νοεράς λειτουργίας, που τελέσθηκε μέσα μου, ο λογισμός που κάναμε εμείς. Μου μπήκε, επί παραδείγματι, ο λογισμός ότι δεν με αγαπάει ο Γέροντας. Ο λογισμός αυτός με αγγίζει, κουβεντιάζω μαζί του, και στην πραγματικότητα κουβεντιάζω με τον πονηρό. Άφησα δηλαδή την νήψη, παρακολούθησα όλη την πορεία της γενέσεως της προσβολής, το νόημα προχώρησε και έγινε λόγος, και νήφω πλέον εν τω πονηρώ πνεύματι» (ό.π. σελ. 12).

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα γενικά στην ανθρώπινη ζωή, όχι μόνο στην μοναχική. Όλα ξεκινούν από μικρούς λογισμούς, που γιγαντώνονται, γίνονται ο θησαυρός της καρδιάς μας, ριζώνουν μέσα μας, και πράττουμε στο τέλος σύμφωνα με αυτούς. Εδώ οφείλονται ένα σωρό ψυχοπαθολογικές καταστάσεις και καταναγκασμοί. Γι’ αυτό, ένας άλλος πνευματικός πατήρ, ο π. Συμεών Κραγιόπουλος, έλεγε σε όσους είχαν τέτοιες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις μέσα τους: «μην πιστεύεις τον τρόπο που σου παρουσιάζει ο εαυτός σου τα πράγματα. Πιάσου από την πραγματικότητα και μην φοβηθείς που αυτά θα θεριέψουν αρχικά, αργότερα όμως, αν δεν τους δίνεις σημασία, θα βαρεθούν και θα φύγουν».

Το θυσιαστήριο της καρδιάς μας μολύνεται πολύ από παντός είδους λογισμούς – και βέβαια απαιτείται διάκριση, προκειμένου για τους λαϊκούς, ώστε να προχωρήσει η πνευματική ζωή. «Εδώ ισχύει και για μας εκείνο που είπε ο Μωυσής για τον λαό Ισραήλ: Έφαγε, ήπιε, χόρτασε, πάχυνε και απελάκτισε τον Θεόν που τον γέννησε και τον έθρεψε. Οι λογισμοί μας είναι η απολάκτισις του Θεού, είναι το σάρκωμα, η αύξησις του εμβρύου, του οποίου τον σπόρο έριξε μέσα μας ο πονηρός δαίμων. Το νόημα τώρα περιβάλλεται με σάρκα, η οποία, όσο εγώ ασχολούμαι μαζί του, τόσο αυτή τρέφεται.» (ό.π. σελ. 12).

Ο Γέροντας Αιμιλιανός περιγράφει και τον τρόπο που μολύνεται περισσότερο αυτό το αγνό θυσιαστήριο, η καρδιά: «στην εξέλιξη των νοημάτων σε λόγους, συναντούμε και την φαντασία, η οποία έρχεται συνεργός στην αμαρτία. Η φαντασία ειναι το λίπασμα που τρέφει τον λογισμό μας και τον καθιστά πολύ ζωηρό και εκφραστικό, μία πλήρη ζωγραφιά, την οποία βλέπω και απολαμβάνω∙ είναι ένα φρικτό πράγμα, μία ένοχη κατάστασις, διότι δεν είναι όρασις Θεού, αλλά αδολέσχησις, απόλαυσις μιας άλλης εικόνας μέσα στην ψυχή μου» (ό.π. σελ. 12-3).

Ο εαυτός έχει έναν τρομερό ψυχοδυναμισμό και εύκολα σκλαβώνεται, αλλά με τη χάρη του Θεού ελευθερώνεται. Διαβάζουμε: «Ας επανέλθωμε στο προηγούμενο παράδειγμα, για να καταλάβαμε καλύτερα την εξέλιξη του λογισμού σε λόγο. Ο λογισμός ήταν ότι δεν με αγαπά ο Γέροντας. Εν συνεχεία, αρχίζω να συμβιβάζομαι με τον λογισμό αυτό, λέγοντας μέσα μου: Βέβαια∙ δεν θυμάσαι τι σου είχε πει τότε; Άρα, πράγματι δεν σε αγαπάει. Τι να κάνω όμως; Υπακοή θα κάνω∙ εις την υπακοήν ετάχθην και θα παλέψω μέχρι θανάτου. Τώρα ο λογισμός έγινε λόγος».

Έχει πολύ ενδιαφέρον το ότι, αντί ο Γέροντας Αιμιλιανός να επαινέσει την στάση του υποτιθέμενου αυτού μοναχού («υπακοή θα κάνω μέχρι θανάτου») λέγει τα εξής καταπληκτικά, που φωτίζουν πολύ και τη ζωή των λαϊκών: «Όλα όσα απάντησα στον λογισμό που μου μπήκε, είναι λόγια σαπρά, που αποκαλύπτουν ότι ηττήθηκα, ότι έπεσα όπως ο πονηρός, αλλά καλύπτω την ήττα μου – γιατί στο βάθος την θέλω- με δυναμικά τέτοια λόγια, που στην πραγματικότητα είναι ύπουλα, είναι φενάκη, είναι πλεκτάνη. Διότι κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι όταν είναι κατακτημένος, όταν δεν βοά η ύπαρξίς του και δεν νιώθει την ανάγκη της ελευθερίας. Γι’ αυτό, όταν λέγω ότι έδωσα όρκο και πρέπει να κάνω υπακοή μέχρι θανάτου, ψέματα λέγω. Απλούστατα, παριστάνω τον εαυτό μου ως μάρτυρα ενώπιον του Θεού, για να κρύψω την ενέργεια που τελεσιουργείται και που φέρεται εις τέλος μέσα μου, την οποία ενεργώ πλέον εγώ τώρα και δεν την πάσχω.» (ό.π. σελ. 13-4). Είναι εντυπωσιακό ότι ο δρόμος του μοναχού, αλλά και κάθε ανθρώπου, προς τον Θεό, περνά μέσα από τον άλλον άνθρωπο. Οι λογισμοί προσπαθούν να διασπάσουν αυτήν την ενότητα αγάπης που έχει φυτέψει ο Θεός μέσα στον Αδάμ και δεν μπορεί να πορευτεί κανείς προς τον Κύριο, όταν οι σχέσεις του με τους ανθρώπους είναι διεστραμμένες. Καμιά πραγματική άσκηση δεν είναι «ατομικιστική» ή ηθικολογία. Είναι είτε η εναρμόνιση με τον ενοποιό δεσμό της αγάπης, η συμμόρφωση με τις εντολές του Χριστού, που είναι η αιώνια ζωή, είτε η απομάκρυνση από αυτόν τον δρόμο.

Και για τα πονηρά έργα διαβάζουμε τα εξής: «Η φράσις ‘‘πονηρών έργων’’ εκφράζει το πλήρες αποτέλεσμα , όχι απλώς της δικής μας συνθηκολογήσεως, αλλά της δικής μας συνεργασίας και συμμετοχής. Το έργο, το οποίο έγινε μέσα μας και μπορεί να επιτελείται και με τη σάρκα μας και στο κελλί μας και οπουδήποτε, είναι δικό μας. Κάθε ενέργεια στο σώμα μας, στην ψυχή μας, στο πνεύμα μας, προς τρίτα πρόσωπα, προς το περιβάλλον μας, προς τον Θεόν, προς τους αγγέλους, προς τους αγίους, ξεκινάει από μέσα μας και εν συνεχεία εκδηλώνεται και εξωτερικώς και έχει αντίκτυπο σε όλη την κτίση.» (ό.π. σελ. 14-5).

****************

Πιο κάτω μιλάει ο Γέροντας για τους καρπούς της νήψεως. «Ο πρώτος λοιπόν καρπός της νήψεως είναι η κάθαρσις. Δεν έχομε πλέον ούτε νοήματα, ούτε λογισμούς ούτε λόγους ούτε φαντασίες ούτε πονηρά έργα. Τι μεγαλείο, να ξέρεις ότι είσαι άτρωτος στη ζωή! Ποιος, όταν το ξέρει αυτό, δεν θα πει, και την ζωή μου να δώσω και τα σπλάγχνα μου, να καταβάλω και οποιοδήποτε νόμισμα, αρκεί να αποκτήσω την απάθεια;» (ό.π. σελ. 15)

Αυτή η νήψη πρέπει, για να ριζώσει, να ειναι βαθιά, να την επιτελεί κανείς με πάσα προθυμία: «Επίσης, είναι ανάγκη να την επιτελούμε προθύμως∙ όλος μας ο θυμός, όλο το θυμικό μας, όλα τα έγκατά μας να είναι απασχολημένα με τον Θεόν. Όπως το αλέτρι σχίζει βαθιά την σάρκα της γης και ανοίγει το αυλάκι ρίχνοντας δεξιά και αριστερά το αφράτο χώμα για να πέσει ο σπόρος, να θαφτεί και να φυτρώσει, έτσι πρέπει να σκάβει και η νήψις μέσα στην ύπαρξί μας και να ανοίγει δρομο, για να οδεύσει ο ίδιος ο Θεός, ο μόνος που μπορεί να ταχτοποιεί τα θέματά μας και να ανοίγει την καρδιά μας. Ο χρονισμός είναι το αλέτρι, που μας χαρίζει την δυνατότητα να κρύψομε μέσα στην κοιλία της δικής μας γης το Πνεύμα, για να το έχομε και να μπορούμε να προσχωρούμε.» (ό.π. σελ. 18) Μπορούμε να πούμε ότι ο π. Αιμιλιανός φανερώνει εδώ με πρακτικό τρόπο το ζητούμενο της θεολογίας του ’60: τον έρωτα με τον Θεό, που καταλαμβάνει όλο το χώρο της καρδιάς. Και λύση ειναι η «νήψη».

Και ο π. Αιμιλιανός συνεχίζει: «Το ελκυστικό, το υπέροχο, το μοναδικό της φράσεως ‘‘γνώσιν τε ασφαλή Θεού του ακαταλήπτου οδευομένη χαρίζεται’’, έγκειται στο ρήμα ‘‘χαρίζεται’’, για να σου πει (ο άγιος Ησύχιος): Μη σε νοιάζει εσένα, μόνον ακολούθησε το δρόμο της νήψεως και αυτός θα σε βγάλει στην γνώση του Θεού. Μην αγωνιάς, διότι δεν θα κουρασθείς εσύ, δεν θα κτίσεις εσύ, ούτε με τη δική σου νόηση θα φθάσεις εκεί. Δεν είναι ενέργεια του νου σου η γνώσις του Θεού αλλά άρπαγμα του νου, είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος, όπως έλεγε και ο Απόστολος Παύλος. Ηρπάγη ο Απόστολος, του βούτηξε τον νου ο Θεός.» (ό.π. σελ. 19-20).

Πιο κάτω, ο Γέροντας μιλά για τις δωρεές του Θεού στον άνθρωπο: «Αλλά στον φυσιολογικό άνθρωπο, δεν μπορεί να το κάνει αυτό ο Θεός (να του δοθεί ολόκληρος), διότι πρέπει να το θελήσει ο ίδιος. Πώς; Με το να εξασκήσει την νήψη, την πνευματική αυτή λειτουργία, η οποία είναι παρακολούθησις και όρασις του Αγίου Πνεύματος, και που τελικώς μού την χαρίζει ο Θεός, όπως μου χαρίζει και το φως του και μπορώ να τον βλέπω  μυστικώς. Η νήψις γίνεται τότε για μένα ένα αισθητήριο όργανο, μία αίσθησις, και εγώ μία παναίσθησις. Πιάνω πλέον όλον τον Θεόν και γίνομαι ένα νήπιο, ένα άκακο αρνίο, ενώ μέχρι χθες μπορεί να ήμουν ένας ακόλαστος. Γίνομαι παναίσθησις, γιατί κατέχω όλον τον Θεόν.» (ό.π. σελ. 24).

Και ο Θεός αποκαλύπτεται εν τέλει στην ανθρώπινη καρδιά, σε αυτό το μυστικό θυσιαστήριο, που τρέφεται βέβαια με τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας, ωστόσο και η ίδια συνεργεί στο μυστήριο της φωτίσεώς της: «Τα μυστήρια του Θεού είναι οι οδοί του, υπάρχουν επάνω στη θάλασσα, επάνω στην στεριά, επάνω στους δρόμους του ουρανού, τους οποίους διασχίζει ταχέως το άρμα του Θεού, υπάρχουν μέσα στη φύση του Θεού, στις υποστάσεις των τριών Προσώπων. Τα μυστήρια είναι τα βιώματα του Θεού, οι ιδιότητές του, οι λειτουργίες του, οι πορείες του, η φυσική ζωή του, ιδιαίτερα δε εκείνα τα οποία εκφράζουν την έγερση του Θεού από τον θρόνο του και το σκύψιμό του επάνω στον άνθρωπο. Όλα αυτά λέγονται μυστήρια, διότι είναι ανάγκη άλλος να μας τα αποκαλύψει και να μας μυήσει. Ο μυσταγωγός εδώ είναι ο ίδιος ο Θεός∙ αυτός μας αποκαλύπτει τον εαυτό του. Όπως ο Υιός του Θεού μας απεκάλυψε εν τη σαρκί του την Θεότητά του, έτσι και τώρα γίνεται μία μυστηριακή, τρόπον τινά, σάρκωσις στο πνεύμα του ανθρώπου, όπου αποκαλύπτεται ο Θεός» (ό.π. σελ. 26-7).

Αυτό ειναι μια αρχή στην οποία επιμένουν και άλλοι Πατέρες. Ο Θεός γεννιέται, αυξάνεται, ανδρώνεται, σταυρώνεται και ανασταίνεται μέσα μας. Δίπλα στο ιερό θυσιαστήριο της Αγίας Τραπέζης, που συγκροτεί το λαό του Θεού, υπάρχει και το θυσιαστήριο της κάθε ανθρώπινης καρδιάς ξεχωριστά, στην οποία τελείται μια λειτουργία. Προσερχόμεθα στον ναό του Θεού ως διακριτά πρόσωπα, για τούτο και άλλος στη Θεία Ευχαριστία θεώνεται, ενώ άλλος «κρίμα εαυτώ» τρώγει και πίνει. Το αίτημα της θεολογίας του ’60 για μια προσωπική σχέση με τον Θεό, πραγματώνεται από την νηπτική και φιλοκαλική θεολογία, η οποία ασχολείται ακριβώς με αυτή τη σχέση. Και μπορεί, επαναλαμβάνω, να ασχολούμεθα εδώ με την μοναχική ζωή, ωστόσο αυτή, στην ακρίβεια και τελειότητά της, μπορεί να φωτίσει και τη ζωή των λαϊκών, οι οποίοι, και αυτοί, παλεύουν, για τη θεογνωσία. Λειτουργία της Αγίας Τραπέζης και λειτουργία του Λόγου στην ανθρώπινη καρδιά στην πραγματικότητα συμπορεύεται. Ο Θεός ενεργεί, και ο άνθρωπος, όπως είπαμε, συνεργεί. Και τελειώνουμε το α μέρος αυτού του κειμένου με τα εξής λόγια του Γέροντα: «Η λέξις μυστήριο έχει την έννοια του κεκρυμμένου, του ειδικού, του προσωπικού, αλλά και του δυαδικού. Δηλαδή, είμαι εγώ, ο μυούμενος, είναι και ο μυών, ο διδάσκαλός μου, ο ίδιος ο Θεός, που μου αποκαλύπτει, με διδάσκει. Ο άγιος αναφέρεται συνεχώς σε αυτή τη δυάδα: εγώ και ο Θεός. Κατά κανόνα όμως, εγώ δεν είμαι μόνος μου αλλά μαζί με πολλά ή με πολλούς, ενώ ο άγιος μας θέλει μόνους με τον Θεόν». (ό.π. σελ. 28). Αυτό θυμίζει μια ρήση του Γεροντικού, την οποία κάποτε σχολίασε θαυμάσια ο Χρήστος Γιανναράς: «Αν ο άνθρωπος δεν πει ότι μόνο εγώ και ο Θεός υπάρχουμε στον κόσμο, δεν πρόκειται να προοδεύσει πνευματικά». Υπάρχει μια αναλογία με αυτό που λέγει και ο ποιητής: «μην εξευτελίζεις τη ζωή σου με τες πολλές συνάφειες και ομιλίες».

 

Η εικαστική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα (“Οι άγιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος”, 2001) είναι έργο του εικονογράφου και ζωγράφου Γιώργου Κόρδη.

 

The post Άσκηση και Εκκλησιολογία στην θεολογία του γέροντα Αιμιλιανού appeared first on ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ.

]]>
9073