Η παρουσία του Γέροντος Αιμιλιανού στη ζωή και στη σκέψη μου - ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

7
Apr

Η παρουσία του Γέροντος Αιμιλιανού στη ζωή και στη σκέψη μου

Μαρίνης Σπυρίδων 

Όταν τον είδα για πρώτη φορά, υποσχέθηκα στην πείνα και δίψα μου να τον συναντήσω. Ο Εφραiμ της Φιλοθέου, ο Βασίλειος της Σταυρονικήτα, ο Γεώργιος της Γρηγορίου, ο Εφραίμ της Ξηροποτάμου παραμέρισαν μπροστά του.

Πήγα κοντά του και με τύλιξε η ζεστή φωνή του, με στέγασε η απέραντη ματιά του. Ένιωσα ότι με περίμενε. Εκεί, μέσα στην αγκαλιά του ξαναγεννήθηκα κι έζησα τα ωραιότερα Χριστούγεννα της ζωής μου.

Μετά, Σαρακοστη και Πάσχα, ένας μήνας τόσο λίγος, τόσο βραχύβιος για να τον χορτάσει η αναμονή των είκοσι τριών μου χρόνων. Λειτουργούσε κι ήθελα να σταματήσει ο χρόνος, να μείνω εκεί, μαζί του, αίώνια. Με κοινωνούσε και νόμιζα πως ή καρδιά μου δεν θ’ αντέξει. Στο αντίδωρο μου έσφιγγε το χέρι και η ζωή επανερχόταν μέσα μου, μαζί και η βεβαιότητα της αγάπης του. Είχε γεμίσει μια άδεια ψυχή.

Βρέθηκα στο Παρίσι, δυόμισι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά του, κι όμως ημουν πάντα παρών μέσα στην πατρική καρδιά του. Ήρθε και με είδε. Μήνες αργότερα μου εγραψε:

«Αγαπητέ μου Σπύρο, έλαβα χθες το γράμμα σου και μου εφάνη ότι όλα όσα είδον, όταν ήλθα εκεί, και μάλιστα η ιδική σου παρουσία, συνέρρευσαν μέσα εις το κελλίον μου και συ εις την καρδίαν μου… ».

Φύλαξα την πατρική του άγάπη ως πολύτιμο θησαυρό, οξυγόνο στην αποπνικτική καθημερινότητά μου. Άρχισα να μελετώ τiς διδαχές του εν παντί καιρώ και ώρα, γιατί «ή διδαχή ενός σοφού είναι πηγή ζωής, που απομακρύνει απ᾽ τις παγίδες του θανάτου».

Προσπάθησα να εφαρμόσω ως ιερά παρακαταθήτη την προτροπή της επιστολής του: «μελέτα, εύχου, εισέρχου εις το βάθος της ψυχής σου και του θελήματος του Θεού… ».

Σήμερα διαπιστώνω ότι σε κάθε μου ἐργο, η παρουσία του Γέροντος είναι πάντα παρούσα. Την αναζητω στο πρώτο δοκίμιο αισθητικής που εξέδωσε ο Αρμός, το 1996, με τίτλο «Νεοβυζαντινισμός, πρωτοπορία η Κitsch;». Την άνακαλύπτω, διακριτική, σε μία μακροσκελή παραπομπή:

«Όταν ομιλούμε περi προσευχής εσωτερικής νοεράς, δεν λέμε προσευχή νοερά, άλλα λέμε «ευχή». Ενώ, όταν ομιλουμε περl προσευχής, βάζουμε και αυτήν την πρόθεση μπροστά  «προς», γιατί δείχνει αμέσως ότι η προσευχή είναι η πορεία προς εν συγκεκριμένο πρόσωπο, με σκοπόν την ενωση με το πρόσωπο αυτό. Ενώ η ευχή είναι στάσις, ας το πούμε έτσι, και απόλαυσις εν τινι σημείω, όπου υπάρχει και ο Θεός – υπάρχει μια αντιδιαστολή, βλέπετε. Η προσευχή, λοιπόν, λέμε ότι είναι μια στροφή προς ένα πρόσωπο. Επομένως, για να υπάρχη προσευχή, πρέπει να υπάρχη το πρόσωπο αυτό. Και για να πω ότι προσεύχομαι εγώ, πρέπει να υπάρχη για μένα ενεργός η παρουσία του προσώπου αύτού».

Κάθε φορά που με καλούσαν να μιλήσω για τίς είκόνες επικαλούμην την βοήθειά του κι ανέτρεχα πάντα στα λόγια του.

Το καλοκαίρι του 1997 δέχτηκα το κάλεσμα να μιλήσω στην Ιερά Μητρόπολη Μαυροβουνίου, στα πλαίσια του 3ου Βαλκανικού Λειτουργικού Σχολείου «ο Άγιος Κλήμης». Το θέμα μου ήταν «είκόνα και προσευχή». Αναζητώντας την αφετηρία άνοιξα ένα πολυδιαβασμένο κείμενο. Ήταν η Εισήγηση του Γέροντος σ᾽ ενα Μοναστικό Συνέδριο της Θεσσαλονίκης του 1980, με θέμα «το μαρτύριον ως αφετηριακόν στοιχείον εις τον Ορθόδοξον μοναχισμόν»· το κείμενο της ομιλίας αυτής είχε εκτυπωθεί από το Σήμαντρο σε μορφή  ανατύπου, με μία ύπέροχη ξυλογραφία της Σιμωνόπετρας στο έξώφυλλο από τον Ράλη Κοψίδη. Το τευχίδιο αυτό το αγαπουσα πολύ. Με συνόδευε παντού, ως ένα πολύτιμο δωρο προς εμένα από τον ίδιο τον Γέροντα. Η ομιλία μου, τελικά, ξεκίνησε με τα λόγια του:

«Κάθε μοναχός εΙναι πάντοτε ένας θεολόγος και ένας δογματικός ανήρ, διότι ή μοναχική πολιτεία είναι συγκεφαλαίωσις όλου του περιεχομένου του ορθοδόξου δόγματος, είναι καταστάλαγμα της έμπειρίας της ορθοδόξου πίστεως και θεματοφύλαξ αυτής».

Το έτος 1999 κυκλοφόρησε το δεύτερο δοκίμιό μου με τίτλο «Αγιογράφος ­ Συντηρητής έργων τέχνης» από τις εκδόσεις του Νεκτάριου Παναγόπουλου. Στην «Ανακεφαλαίωση» του πρώτου μέρους η ιερή παρουσία του Γέροντος δηλώνεται ξεκάθαρα:

Προσεύχομαι μπροστα σε μία εικόνα, θα πει ο σεβαστός Γέρων Αίμιλιανός της Σιμωνόπετρας, σημαίνει ότι είναι ενεργή η παρουσία αυτού του προσώπου για μένα.

Το ίδιο έτος συμμετείχα σε μια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με θέμα «αισθητική και θεολογία της εικόνας», που οργάνωνε η Πινακοθήκη Πιερίδη και ο Δήμος Γλυφάδας, στα πλαίσια της 1ης Διεθνούς Έκθεσης Σύγχρονης Ορθόδοξης Εικονογραφίας με τον τίτλο «Εικόνων Τέχνη». Κι εδώ τα λόγια του Γέροντος υποστήριξαν καίρια την σκέψη μου:

Τελικά, μπορούμε να πούμε ότι η εικόνα δεν έχει Θεολογία, αλλά είναι αυτή η ίδια Θεολογία, σαρκώνει την Θεολογία και την αναπαριστά. Το εξέφρασε με τρόπο εμπειρικό και θεολογικώτατο ενας σύγχρονος Πατήρ της Εκκλησίας, ο Γέροντας Αιμιλιανός της Σιμωνόπετρας λέγοντας: «Ένας θεολόγος είναι η εικών. Οι εικόνες είναι θεολόγοι. Η εικών τί σημαίνει; Aποτύπωσις και αποκάλυψις του πρωτοτύπου. Το πρωτότυπο είναι ένας άγιος που βιοί τον Θεόν, ένας άγιος που εμορφώθη από τον Θεόν ή αυτός ούτος ο Θεός. Επομένως, εφ᾽ όσον επί το πρωτότυπον διαβαίνει η προσκύνησις της εικόνος, σημαίνει ότι η εικων είναι μία θεολογία».

Ακολουθεί η τρίτη ομιλία μου, το 2000 στην Πάτμο, όπου συμμετείχα στο Β’ Πανελλήνιο Συνέδριο του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος με θέμα «Η ορθόδοξη εκκλησιαστική τέχνη στην Ελλάδα σήμερα. Παράδοση – Εξέλιξη». Το θέμα της ομιλίας μου ήταν «σκέψεις γύρω από την σημασία του όρου «εκκλησιαστική τέχνη». Επικαλούμαι και πάλι την γνωστη περί προσευχής ρήση του Γέροντος αυτή την φορά για να υπηρετήσει την ερμηνεία της εικόνας:

Η μετωπικότητα (της είκόνας) συνδέεται έτσι άρρηκτα με την θέα του Θεού πρόσωπο προς πρόσωπο και ταυτίζεται με την προσευχή, κι όπως λέει ο Γέρων Αιμιλιανός της Σιμωνόπετρας, για να υπάρχn προσευχή, σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχη το πρόσωπο αυτό, να υπάρχn ενεργή η παρουσία του, να μπορώ μ᾽ άλλα λόγια να οικειοποιούμαι την παρουσία του.

Το 2002 εμφανίστηκε στις εκδόσεις Ακρίτας το μικρό δοκίμιο «Ιδού ο Νυμφίος», ενα σύντομο σχόλιο στην θεολογία του Νυμφίου και της εικόνας του. Η παρουσία του Γέροντος κυριαρχεί κι εδω, ήδη από την αρχή του δοκιμίου, βιώματα θεοπτίας από την ομιλία του «Αποκάλυψις και γνώσις του Θεού έν τη ταπεινώσει»:

Η κάθοδος του Θεού προς τα δημιουργήματά Του είναι το μέγα μυστήριο της αγάπης Του, γι᾽ αυτό και είναι αιώνια ακατάληπτο. Άρρητη και ακατανόητη η συγκατάβαση του Θεού να λάβει σάρκα και οστά. Ο τέλειος Θεός να γίνει και τέλειος άνθρωπος, πραγματώνοντας έτσι το πιο καινούργιο απ᾽ όλα τα καινούργια, το μόνον καινόν υπό τον ήλιο. Με τη σάρκωση ο Θεός δέχεται να παλέψει για χάρη των δούλων Του. «Αρνείται» τρόπον τινα να ζει μέσα στη μεγαλοπρεπή Του δόξα και να βλέπει να χάνεται το πλάσμα Του. «Αρνείται» Εκείνος να είναι το Φως και η Ζωή, και ο κατ᾽ εικόνα Του άνθρωπος να ζει μέσα στο σκοτάδι του θανάτου. Γι᾽ αυτο ο Θεός κατέρχεται, για να τον πλησιάσει. Η κάθοδός Του είναι και η ταπείνωση, η κένωσή Του. Αδειάζει λοιπόν ο Θεός κατά τρόπο ακατάληπτο απο τη θεϊκή Του δόξα, χωρiς να χάνει τiποτα απ᾽ αυτό που είναι, για να συναναστραφεί τους άνθρώπους. Όμως ο θεϊκός αυτός έρωτας είναι τόσος, που φθάνει ως τα άκρα. Ανεβαίνει ο Θεός στον Σταυρό κι από εκεί κατεβαίνει στον Άδη. Πιο χαμηλά δεν υπάρχει ούτε τόπος ούτε τρόπος για να πάει ο Θεός. Κι εκεί απλώνει τα χέρια Του, ώστε όποιος θέλει να μπορέσει να Τον πιάσει και να τον βγάλει μέσα από τον Άδη, όπως λέει ένας σύγχρονος πατηρ της Εκκλησίας, ο Γέρων Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης. Αυτή είναι η Άκρα Ταπείνωση του Θεού, ο Νυμφώνας του Θεανθρώπου.

Η εκδοτικη σιωπή μιάς δεκαπενταετίας διακόπτεται το 2016 με μια πραγματεία 500 σελίδων που φέρει τον τίτλο «Όσιος Ιερώνυμος, Βίος, Εποχή και σπουδαιότητα του έργου του, Τα Ασκητικά». Η μελέτη τυπώνεται σε λίγα αντίτυπα από τίς έκδόσεις του Νεκτάριου Παναγόπουλου. Η παρουσία του Γέροντος Αιμιλιανού εμφανίζεται τρεις φορές μέσα στο βιβλίο αυτό: η πρώτη στον πρόλογο και οι δύο επόμενες στις σελίδες του τρίτου μέρους, των Ασκητικών. Στον πρόλογο «ad Annam», αφιερωμένο στην σύζυγό μου Άννα γράφω:

Μέχρι το τέλος της ζωής μου θα κρατώ ως ιερά παρακαταθήκη τα λόγια του σεβαστού Γέροντος Αιμιλιανού του Σιμωνοπετρίτη που μου έγραψε σε επιστολή του:

«Μελέτα, εύχου, εισέρχου εις το βάθος της ψυχής σου και του θελήματος του Θεού». Ο Θεός,  Άννα  μου, γνώρισε, ανάλογα με τη δίψα μας, και στους δυό, πρότυπα αγιότητας. –Σ᾽ έσένα βέβαια, η γνωριμία αυτη (άγιος Πορφύριος) υπήρξε πιο βαθιά και για μεγαλύτερο διάστημα.– Κι αυτό, όχι γιατί είμασταν άξιοι της αγάπης των αγίων εκείνων ανθρώπων, αλλἀ γιατί ἐπρεπε να στηριχθεί η πίστη μας, να έχουμε ένα καθοριστικό βίωμα στη  ζωή μας  που θα μας επαναφέρει διαρκώς στο δράμα της αγιότητας και στον τελικό σκοπό της ζωής μας.

Η δεύτερη παρουσία του Γέροντος εμφανίζεται στο κεφάλαιο της απαρχής του μοναχισμού στη Δύση:

Το ιστορικό αυτό γεγονός επαληθεύει κατἀ την γνώμη μας την άποψη της σύγχρονης μοναστικής γραμματείας μας, που λέει ότι: «ο μοναχισμός εύρεν εις τον χώρον της Εκκλησίας πρότυπα ιδεώδους και θαυμαστού βίου και φρονήματος, παλαιοτέρους ασκητεύοντας αναχωρητάς και ερημίτας, οι οποίοι έμενον «άφθοροι», «παρθένοι», και ετέλουν μεγαλειώδη κατορθώματα».

Στο ίδιο κεφάλαιο εμφανίζεται και η τρίτη παρουσία του Γέροντος μόλις επτά σελίδες μετα την δεύτερη:

Οι τρεις Βίοι του οσίου Ιερωνύμου, είναι αδιαμφισβήτητο, αποτελουν ένα είδος ιστορίας του μοναχισμού. Ο όσιος Ιερώνυμος δεν ενδιαφέρεται να καταγράψει μια απλή,  ιστορική αρχή της μοναχικής πολιτείας, αλλά να δώσει συγχρόνως τα εσωτερικά πρότυπα που ωθούν μια ψυχη να αφιερωθεί στο Θεό. Έτσι, εκτός από τα πολύτιμα αυτά συγκριτικά στοιχεία που μας  προσφέρουν οι ιστορικες και φιλολογικές μελέτες θεωρούμε σημαντικό να αναζητήσουμε τα θεολογικά πρότυπα του οσίου, γιατί ακριβώς «η εμφάνισις του ιστορικού θεσμού του μοναχισμού ήτο μια σπουδαιοτάτη και βασική στιγμή της ιστορίας του κόσμου», αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «αι αλλεπάλληλοι κατόπιν μοναχικαί περίοδοι, κατ᾽ εποχάς και κατά τόπους, διέσωσαν το εσχατολογικόν βίωμα εις τας συνθήκας των χριστιανικών κοινωνιών».

Δέκα χρόνια αργότερα, το 2025, ο Μητροπολίτης Περιστερίου Γρηγόριος και καθηγητής του Κανονικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών συγκαταλέγει στην επιστημονική σειρά που διευθύνει με τον τίτλο «Νομοκανονικά Σύμμικτα» την μελέτη μου «οί κανόνες της αγιογραφίας». Στο βιβλίο αυτό η παρουσία του Γέροντος Αιμιλιανού εμφανίζεται τρεις φορές:

1) Τί σημαίνει όμως νήψη; Η απάντηση μας δίνεται καίρια από έναν σύγχρονο φιλοκαλικό Πατέρα της Εκκλησίας: «η λέξις νήψις παράγεται από το ρήμα νήφω, που σημαίνει, παρατηρώ προσεκτικά, αγρυπνώ· η ψυχή μου δεν καθεύδει, αλλά ζωηρώς παρακολουθεί. (…) η λέξις νήψις έχει την έννοια της αδιαλείπτου αγρυπνίας, που είναι καθαρή ενέργεια του νου. (… ) η νήψις, η εγρήγορσις του νοός, είναι η κατ᾽ εξοχήν λειτουργία του πνεύματός μας, το κυνηγητό και η παρακολούθησις του Αγίου Πνεύματος, ό,τι ανώτερο εχει χαρίσει στην ανθρώπινη ύπαρξι ο Θεός».

2) Η τέχνη της αγιογραφίας οφείλει να δείχνει το «ορθό» πνεύμα της εκκλησιαστικής ζωής και να οδηγεί με τον τρόπο αυτό τον πιστό στην προσευχή και στην θέα της εσχατολογικής δόξας του Θεού. Αντίθετα, το σαρκικό πνεύμα της φιληδονίας μαγεύει την όραση και διαφθείρει το νου, διότι η φαντασία έρχεται συνεργός στην αμαρτία. Η φαντασία γίνεται το λίπασμα που τρέφει το νου μας και τον καθιστά μία ζωγραφιά, την οποία βλέπουμε και απολαμβάνουμε· αυτό όμως είναι μια ένοχη κατάσταση, διότι δεν είναι όραση Θεού, αλλά «αδολέσχησις, απόλαυσις μιάς άλλης εικόνας μέσα στην ψυχή μας».

3) Τέλος, τα θεόπνευστα λόγια του Γέροντος θα πουν τον «τελευταίο λόγο» και θα ολοκληρώσουν έτσι το σύντομο αύτο δοκίμιο:

Ένας σύγχρονος Πατέρας της Εκκλησίας διαπίστωσε ότι «στην εποχή μας η λέξις δόγμα (θα προσθέταμε και Κανόνας) δεν ηχεί σωστά στην καρδιά μας, ουτε στα αυτιά μας. Επειδή ο σύγχρονος άνθρωπος αρνείται κάθε μορφη αυθεντίας, η λέξις δόγμα ηχεί πολύ σκληρά στην ψυχή του. Ο σύγχρονος άνθρωπος ξεύρει να προβάλλη το θέλημά του, να επιβάλλη την γνώμη του, να λιβανίζη την ασυδοσία  του, την πνευματική του ανευθυνότητα, να υποστηρίζη την ελευθερία και την χειραφέτησι, να λέγη ότι δεν πιστεύει σε δόγματα· απλούστατα δεν τα καταλαβαίνει· νομίζει ότι είναι θεολογικοί ορισμοί χωρίς κάποια ουσιαστική αιτία. Δεν έχει θεολογικές γνώσεις και μεταφυσικές εμπειρίες, οπότε η λέξις δόγμα (Κανόνας) τον κάνει να αντιδρά. Την συνδέει με την επιβολή νόμων που εξαναγκάζουν τις ψυχές των ανθρώπων, καθώς και με ακατανόητες φιλοσοφικές αρχές. Αλλά για  μας το δόγμα (και ο Κανόνας) είναι κάτι άλλο. Είναι το γράμμα καί το πνεύμα της Αγίας Γραφής και της ιεράς παραδόσεως. Είναι η μεγαλόφωνη των ορθοδόξων παράδοσις, η κοινή συμφωνία των αγίων Πατέρων».

*

Η πενιχρή αυτή συγγραφική καταγραφή –σε διάστημα τριάντα περίπου χρόνων– της παρουσίας του Γέροντος Αιμιλιανού αποτελεί απλά μία αντικειμενική πραγματικότητα, συγχρόνως όμως γίνεται μάρτυρας μιάς άλλης πραγματικότητας που βιώνεται μέσα στην καρδιά του συγγραφέα, κι αυτή δύσκολα έως αδύνατα ανιχνεύεται από τον αναγνώστη. Αυτή την πραγματικότητα προσπάθησε άτεχνα να παρουσιάσει ο συγγραφέας σαν ενα γρήγορο σχέδιο, μια λευκογραφία του προσώπου εκείνου που τον οδήγησε στόν Χριστό. Μέχρι το τέλος της ζωής του δεν θα πάψει ποτε ν᾽ απαντά νοερά στην επιστολή του:

«Σεβαστέ μου Γέροντα Αιμιλιανέ, κάθε στιγμη που σε σκέφτομαι, μου φαίνεται ότι όλα όσα είδα, όταν ήλθα εκεί στη Σιμωνόπετρα και μάλιστα η δική σου παρουσία, συρρέουν μέσα στο νου μου κι εσύ στην καρδιά μου, αδιάλειπτα, μέχρι ο Κύριος να μας ενώσει και πάλι αιώνια. Αμήν».

 

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΑΡΙΝΗΣ

Leave a Reply