Στιγμιότυπα και αναμνήσεις από τον Γέροντα Αιμιλιανό - ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙAΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

7
Apr

Στιγμιότυπα και αναμνήσεις από τον Γέροντα Αιμιλιανό

Γερόντισσα Μακαρία Ὀμπράντοβιτς, Ἡγουμένη Ἱ.Μονῆς Σοκόλιτσα Κοσόβου.

Εγώ είμαι Σερβίδα. Η Ελλάδα είναι η μοναστική μου πατρίδα. Τη διδακτορική μου διατριβή στη χημεία την τελείωσα το φθινόπωρο το 1971 στη Λιουμπλιάνα. Η χημεία ήταν και παρέμεινε μεγάλη μου αγάπη. Απλώνει τα χέρια της πλατιά στα ανθρώπινα έργα. Είχα πολλά σχέδια για τις μελλοντικές μου εργασίες. Αλλά, ήδη από τότε, σιγά σιγά ωρίμαζε μέσα μου η επιθυμία να αλλάξω το αγαπημένο μου εργαστήρι για το μοναχικό κελλί. Αλλά πώς και πού; Σε αυτό με βοήθησε, αν και όχι συνειδητά, ο ιερομόναχος Ειρηναίος Μπούλοβιτς, ο νυν Μπάτσκας. Γνωριστήκαμε το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς στη Ρώμη, στο Συμπόσιο Ορθόδοξης Νεολαίας της Ευρώπης. Με κάλεσε να τον επισκεφτώ στην Αθήνα για να γνωρίσω την Ορθοδοξία στην Ελλάδα, πράγμα που δέχθηκα με ευχαρίστηση και έτσι βρέθηκα στην Αθήνα για τη Μεγάλη Εβδομάδα και τo Πάσχα της επόμενης χρονιάς. Με τις κοπέλες, τα πνευματικά του τέκνα, παρακολουθήσαμε όλες τις ακολουθίες και επισκεφτήκαμε πολλά μοναστήρια και ησυχαστήρια της Αττικής.

Αμέσως μετά το Πάσχα έπρεπε να γυρίσω στο Πανεπιστήμιο, στους φοιτητές μου. Ο πατήρ Ειρηναίος πρότεινε να περάσουμε στην επιστροφή από τη μονή Μεταμορφώσεως στα Μετέωρα, όπου συνάντησα τον Ηγούμενο, μοναχό με αρχοντική εμφάνιση, τον πατέρα Αιμιλιανό. Επίσης, επισκεφτήκαμε και τη νέα αδελφότητα της ιεράς μονής Αγίων Θεοδώρων, όπου θα διανυκτερεύαμε εμείς οι κοπέλες, τα πνευματικά τέκνα του πατρός Ειρηναίου και εγώ.

Την επόμενη μέρα, πολύ πρωί, ακόμα ήταν σκοτάδι, σηκωθήκαμε για προσευχή. Την ίδια ώρα εμφανίστηκε και ο π. Αιμιλιανός. Μου φάνηκε πολύ ψηλός, κομψός, με άψογα σιδερωμένα ράσα, ενώ από το άνοιγμά τους φαίνονταν τα κόκκινα γράμματα του μεγάλου μοναχικού σχήματος. Χάρηκα πολύ: αυτός ο μοναχός πράγματι είναι αξιοπρεπής.

Τέλεσε τη Θεία Λειτουργία, στην οποία κοινώνησαν σχεδόν όλες οι αδελφές. Αισθανόμουνα ότι ήμουν στον ουρανό. Μετά την εκκλησία, μας κέρασαν καφέ και έπειτα είχαμε σύναξη. Ο πατήρ έλεγε, έλεγε και έλεγε, και εγώ νύσταζα, νύσταζα και νύσταζα. Παρόλο που μου έκαναν μετάφραση, εγώ τίποτε δεν κατάλαβα. Επιπλέον λειτούργησε το δικό μου «σερβικό φρόνημα», που είχα αποκτήσει στα σερβικά μοναστήρια, ότι ο μεγαλόσχημος μοναχός δεν πρέπει να λέει περισσότερο από εφτά λέξεις την ημέρα. Όλες οι μοναχές στη Σερβία εκείνης της εποχής ήταν ρασοφόρες και παρουσιαζόταν πρόβλημα μετά την κοίμησή τους πώς να τις κηδέψουν. Στους ρασοφόρους δεν τελείται η μοναχική κηδεία.

Άδικα κατέκρινα τον π. Αιμιλιανό, ενώ σήμερα διαρκώς διψάω για τα λόγια του.

Την ίδια μέρα γύρισα στο Βελιγράδι και μπήκα στην καθημερινότητα. Οι δόκιμες της ιεράς μονής των Αγίων Θεοδώρων δεν με άφηναν ήσυχη. Ούτε αυτές ούτε και η ηγουμένη τους, η οποία τότε ήταν η Γερόντισσα Φωτεινή. Αυτές ήταν οι λευκοί μου άγγελοι. Με έλκυαν πάρα πολύ. Γι’ αυτόν τον λόγο, την ίδια χρονιά, κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών στο Πανεπιστήμιο, έπρεπε οπωσδήποτε να επιστρέψω κοντά τους. Τότε έμαθα ότι και αυτές και οι μοναχοί από την ιερά μονή Μεταμορφώσεως σύντομα θα έφευγαν από τα Μετέωρα. Οι μοναχοί θα πήγαιναν στο Άγιον Όρος, ενώ αυτές σε κάποιο μετόχι κοντά στη Θεσσαλονίκη. Επειδή κι εγώ πήρα ταυτόχρονα την απόφαση να εγκαταλείψω το δικό μου Πανεπιστήμιο και να πάω να γίνω μοναχή και ταυτόχρονα να ολοκληρώσω τις θεολογικές σπουδές μου στη Θεσσαλονίκη, βρέθηκα μαζί με τους λευκούς μου αγγέλους και ήρθα στην Ορμύλια.

Όλα ήταν διαφορετικά από τα σερβικά μοναστήρια. Μου χρειαζόταν πολύς καιρός για να προσαρμοστώ, και πρώτα απ’ όλα να μάθω την ελληνική γλώσσα. Μου έδωσαν και δασκάλα, και μαθαίναμε η μία από την άλλη, εκείνη τα σερβικά και εγώ τα ελληνικά.

Ο Γέροντας παρακολουθούσε άγρυπνα την πρόοδό μου. Ήταν πλήρης καλοσύνης, κατανόησης και αγάπης. Όταν έμαθα επαρκώς τη γλώσσα για να μπορούμε να συνεννοούμαστε κατ’ ιδίαν, άρχισε να με μαθαίνει την ευχή, τη μοναχική ταπείνωση, την αγάπη… Ήταν μειλίχιος δάσκαλος, με πολύ ισχυρό λόγο…

Συλλογιζόμουνα: αν ήταν δυνατόν να διδάξει ο Γέροντας Αιμιλιανός έστω και λίγες φορές τις καλές μου αδελφούλες μοναχές στη Σερβία, πώς θα χαίρονταν οι ψυχές τους, ίσως και να μεταμορφώνονταν, διότι εκτός από τον Επίσκοπο Παύλο κανείς δεν φρόντιζε για την πνευματική τους πρόοδο. Τους είχαν μάθει μόνο πώς να δουλεύουν.

Καθεμία από εμάς, τις Ορμυλιώτισσες, έχει πολλές αναμνήσεις και στιγμιότυπα από τον Γέροντα. Θα αναφέρω μόνο δύο απ’ αυτά.

Ο Γέροντας ερχόταν πάντα αναπάντεχα στην Ορμύλια, όταν αισθανόταν ότι υπάρχει ανάγκη. Ποια ώρα θα έρθει, το ήξερε μόνο η Ηγουμένη, και όταν αυτό συνέβαινε χτυπούσε ένα κουδούνι, εμείς παίρναμε τα σκαμνάκια μας και τρέχαμε στην αυλή να τον χαιρετήσουμε, να πάρουμε την ευχή του και να μάθουμε τα νέα από το μοναστήρι μας, τη Σιμωνόπετρα, και από το Άγιον Όρος. Αυτό γινόταν σύντομα, εκείνος έφευγε για το κελλί του αφού μας έδινε την ευχή του και εμείς γυρίζαμε στα διακονήματά μας.

Και έτσι μια φορά, τα πρώτα χρόνια μας στην Ορμύλια, που τον πλησίασα να πάρω την ευχή του, μου είπε αυστηρά:

«Α έτσι, εσύ πηγαίνεις τη νύχτα στην αυλή και τρως τα ροδάκινα που είναι για την τράπεζα;»

«Αλλά, Γέροντα…» θέλησα να του απαντήσω πως δεν το κάνω εγώ.

«Δεν υπάρχει το αλλά. Να είναι ευλογημένο! Σαράντα μέρες χωρίς Θεία Κοινωνία». Έστριψε και έφυγε.

Σαν να με χτύπησε κάτω από ξαστερό ουρανό ένας κεραυνός. Μου ήταν αδιανόητο να μείνω σαράντα μέρες χωρίς τη Θεία Κοινωνία. Για τα άλλα δεν αγανάκτησα, αλλά μου ήταν σημαντικό να με πιστέψει κάποιος. Ποιος; Θα μπορούσα μόνο στην Ηγούμενη να πω τα βασανά μου. Αυτό και έκανα μετά από λίγες μέρες όταν εκείνη μπόρεσε να με δει. Της τα είπα όλα, δίχως αντίρρηση για το επιτίμιο και δίχως να κρίνω κανέναν. Εκείνη μόνο με ρώτησε:

«Τι σκέφτεσαι να κάνεις;»

«Να κάνω υπακοή στον Γέροντα».

Και το έκανα.

Δεν ήμουνα θλιμμένη την ώρα που οι άλλες αδελφές κοινωνούσαν, διότι ήξερα ότι δεν φταίω για αυτό που τιμωρήθηκα, αλλά πίστευα ότι σίγουρα υπάρχουν άλλοι λόγοι για τους οποίους έπρεπε να έχω τιμωρηθεί ακόμα πιο αυστηρά.

Πέρασαν οι σαράντα μέρες, και την επόμενη φορά που ήρθε ο Γέροντας στην Ορμύλια, όταν έπαιρνα την ευχή του, εκείνος έσφιξε το χέρι μου πολύ σφιχτά, ακούμπησε το κεφάλι μου στο πλευρό του και σιγά μού είπε:

«Η προσωπικότητα του μοναχού πρέπει να σφυρηλατηθεί, και σε αυτό η ταπείνωση είναι βάση».

Τα λόγια του με συγκίνησαν βαθιά. Αισθάνθηκα σαν να μεταλάμβανα, όλες τις προηγούμενες μέρες, όχι του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου αλλά της θείας ταπεινώσεως.

Ο Γέροντας ήταν πρωτότυπος και δούλεψε με επιμονή στη διαμόρφωση της δικής μας μοναχικής προσωπικότητας. Για κάθε μία είχε ιδιαίτερο τρόπο, έτσι ακριβώς όπως και εμείς ήμασταν, η κάθε μία από μας, ιδιαίτερη.

Το άλλο γεγονός που είναι μεγάλης σημασίας για μένα διαδραματίστηκε σε ένα μικρό δωμάτιο όπου μας εξομολογούσε ή είχαμε τις πνευματικές μας συζητήσεις. Μια νύχτα, όταν ολοκληρώσαμε τη συζήτησή μας, και εγώ ήθελα να φύγω, επειδή πολλές αδελφές περίμεναν τη σειρά τους, αισθάνθηκα ότι ο Γέροντας έχει κάτι ακόμα να μου πει. Κάθισα και περίμενα.

«Παιδί μου, έχεις πάει ποτέ στο Δούσικο, στη μονή του Αγίου Βησσαρίωνος, του τοπικού αγίου της Θεσσαλίας;»

«Ακόμη δεν πρόλαβα».

«Ξέρεις, εγώ για κάμποσο καιρό, ως νέος ιερομόναχος ζούσα εκεί. Μια χρονιά, την ώρα που τελούσα τη Θεία Λειτουργία την ημέρα του Αγίου και μόλις είχα διαβάσει το Ευαγγέλιον, γύρισα προς την Αγία Τράπεζα και εξεπλάγην όταν είδα ότι δίπλα της στέκεται ένας ηλικιωμένος ιερέας με πλήρη ιερατική στολή. Η καρδιά μου φλεγόταν, ενώ η ψυχή μου έλεγε ότι αυτός είναι ο Άγιος Βησσαρίων. Τελέσαμε τη Λειτουργία μαζί και τότε ο Άγιος απομακρύνθηκε έτσι όπως και ήρθε. Πίσω του άφησε ευωδία. Τι να σου πω! Και εγώ ο ίδιος δεν γνωρίζω σε ποιο ουρανό βρισκόμουνα!» Δεν χρειαζόταν να μου πει τίποτε, διότι όλα φαίνονταν πάνω του. Όσο μιλούσε, ήταν συγκινημένος, το πρόσωπό του ήταν μια στιγμή χλωμό, την άλλη ρόδινο, ενώ τα μάτια του, τα μάτια του έλαμπαν σαν να υπήρχαν χίλιοι ήλιοι μέσα τους. Τόσο πολύ έλαμπαν, ώστε νόμιζα ότι, αν ήμασταν χωρίς λάμπα σε εκείνο το σκοτάδι, εκείνα τα μάτια θα φώτιζαν τον χώρο σαν να βρισκόμασταν κάτω από τον ήλιο το μεσημέρι κάποιας καλοκαιριάτικης μέρας. Πίστευα ότι η λάμψη των ματιών του διαπερνούσε στους τοίχους και ότι σίγουρα την είδαν και οι αδελφές Ευκαρπία και Εφραιμία, οι οποίες ήταν στο διπλανό δωμάτιο.

Και εγώ πού βρισκόμουνα εκείνες τις στιγμές; Με τις προσευχές και την εμπιστοσύνη του Γέροντος και εγώ ήμουνα μέσα στα γεγονότα αυτά τόσο, που είχα την εντύπωση ότι βρίσκομαι σε κάποια γωνιά του Ιερού Βήματος και με τα μάτια μου και την καρδιά μου παρακολουθώ τους δύο αγίους ανθρώπους πώς τελούν την ουράνια Λειτουργία. Ναι, και εγώ παρευρέθηκα σε αυτόν τον ουρανό. Το συμβάν δεν περιγράφεται ούτε ξεχνιέται.

Ο Γέροντας δεν μας εγκατέλειψε.

Έφυγε σε κάποιο άλλο μέρος, όπου μας βλέπει καλύτερα και μας εποπτεύει.

Και σήμερα, σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε που έφυγα από την Ορμύλια, όταν επιβάλλεται να λύσω κάποιο πρόβλημα, εγώ πρώτα στηρίζομαι στα Ευαγγέλια και μετά αναρωτιέμαι τι θα έκανε ο Γέροντας σε μια τέτοια περίπτωση και τι θα έκανε ο Επίσκοπος Δανιήλ… και παίρνω απόφαση.

Ναι, αυτοί ζούνε μέσα μου και εγώ ζω μαζί τους.

 

Leave a Reply