«Ο δρόμος για τον Θεό περνά μέσα από τον αδελφό»: σχόλιο στην θεολογία του πατρός Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη
Δημήτριος Ἰωάννου, Φιλόλογος, Συγγραφέας
Ο πατήρ Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης υπήρξε μια από τις βασικότερες μορφές που κρύβονται πίσω από την αναγέννηση του αγιορείτικου μοναχισμού των ημερών μας. Χωρίς καμιά αμφιβολία, αν και δεν είναι ευρύτερα γνωστό, υπήρξε με το πνευματικό του έργο (μέρος του οποίου είναι και οι συγγραφές του, για την ακρίβεια οι καταγεγραμμένες «ομιλίες» του) ένας μεγάλος σύγχρονος νηπτικός θεολόγος, που επικαιροποιεί το γνήσιο φιλοκαλικό πνεύμα, και μάλιστα με εντελώς πρωτότυπο και δημιουργικό τρόπο. Στο παρόν κείμενο θα ήθελα να αναφερθώ ακροθιγώς στη θεολογία του, αξιοποιώντας το υλικό που υπάρχει γι’ αυτόν στο βιβλίο του καθολικού μοναχού Λορέντζο Ντιλέττο, «Οδοιπορικό στο Άγιο Όρος» (Εστία, 2003), όπου και παρατίθενται αυτούσιοι αρκετοί λόγοι του Γέροντα. Προτίμησα κάτι τέτοιο γιατί τα μεγάλα συγγράμματα του Πατρός θα απαιτούσαν εκτενέστερη πραγμάτευση.
Η σκέψη λοιπόν ολόκληρη του Αγιορείτη Ηγουμένου θα μπορούσε να συνοψιστεί στο δίδαγμα «ο δρόμος για τον Θεό περνά μέσα από τον πλησίον». Αυτό μάλλον είναι το κεντρικό μήνυμα του έργου του. Τι είναι όμως αυτό που προσδίδει στην κοινωνία μας με τον άλλον αυθεντικότητα και γνησιότητα; Θα πρέπει λοιπόν ευθύς εξαρχής να πούμε ότι, συν τοις άλλοις, πέρα από όσα είναι ήδη γνωστά, τη σχέση μας με τον αδελφό θα πρέπει να διέπει ένα πνεύμα «λεπτότητας», μιας άκρας ευαισθησίας να μην τον πληγώσουμε στο παραμικρό. Αυτή η «λεπτότητα» δεν συνιστά μια ακόμη ηθικολογική επιταγή δίπλα σε πολλές άλλες. Για να μάθει κανείς να φέρεται με «λεπτότητα», θα πρέπει πρώτα από όλα να απαγκιστρωθεί από τα γήινα, τα σάρκινα, που κάθε άλλο παρά πρέπει να ταυτίζουμε με τα «χρειώδη». «Γήινα» είναι όλα τα στενόψυχα, τα μικρόμυαλα, τα αναξιοπρεπή. Παράδειγμα, λέγει ο πατήρ, αναφερόμενος βέβαια στη ζωή του Μοναστηριού (όλα αυτά διατηρούν όμως μια αναλογία και με την ζωή ενός «κοσμικού», ενός λαϊκού): «Αν κάποιος ρωτήσει τι ώρα είναι και του απαντούν «εφτά και είκοσι», και έρθει ένας άλλος και του πει «όχι, είναι εφτά και είκοσι πέντε», τότε αυτός που του απάντησε είναι ένας αμαρτωλός, ένας σαρκικός και δεν μπορεί να πάει να μεταλάβει». Και αμέσως ρωτά: «Τι σημασία έχουν πέντε λεπτά λιγότερα ή περισσότερα; Ο δικός μας χρόνος είναι η αιωνιότητα…». Αυτό που θέλει να πει ο Γέροντας εδώ είναι ότι μεταξύ των δύο αδελφών (της Μονής) συνέβη να διαμειφθεί ένας διάλογος, που μπορεί κάποιος τρίτος να άκουσε, ωστόσο αγνοεί τον βαθύτερο λόγο που οι άλλοι επικοινώνησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μπορεί να ήθελαν να αποκαταστήσουν την επικοινωνία μεταξύ τους, μπορεί ο ένας να ήθελε απλώς να βοηθήσει τον άλλον να εκδιώξει κάποιον λογισμό ή μια στενοχώρια, και γι’ αυτό προσπάθησε να του δώσει αφορμή να πει έναν λόγο. Γιατί άραγε θα πρέπει να παρεμβαλλόμαστε εμείς στο μέσον του «λόγου» των άλλων και να διασπάμε τόσο εύκολα αυτή την κοινωνία των ψυχών, της οποίας αγνοούμε τον βαθύτερο «καρδιακό» ορίζοντα; Αν επρόκειτο για ένα σοβαρό λάθος, με κίνδυνο να διαταραχτεί το πρόγραμμα της αδελφότητας, τότε θα υπήρχε πράγματι δικαιολογία να παρέμβει κανείς. Τώρα, όμως, αυτό που κρύβεται πίσω από την «διόρθωση» είναι κατά βάθος «η αντιλογία στον αδελφό». «Όποιος αντιλέγει στον αδελφό του και τον στενοχωρεί δεν μπορεί να κοινωνεί», διαβάζουμε (σημειωτέον ότι το «πνεύμα αντιλογίας» είναι ένα πάθος που υποκρύπτει βαθύτερα εριστικότητα και εγωκεντρικότητα). Βέβαια, στον κόσμο τα πράγματα έχουν διαφορετικά, και κάθε λίγο και λιγάκι «διορθώνουμε» τους άλλους. Αυτό όμως πιθανόν συμβαίνει γιατί συνηθίσαμε να πνίγουμε με την δική μας παρουσία, την υποτιθεμένη «πληθωρικότητά» μας, τους άλλους, γιατί στην ουσία θέλουμε να ακούγεται μόνο ο δικός μας λόγος. Επιθυμούμε να αντηχεί το δικό μας «όχι», που ξεκινά μεν από την «διόρθωση» της ώρας, για να φτάσει τελικά να διορθώσει ολόκληρο τον «καιρό» του συνανθρώπου μας. Και αυτή η προσπάθεια να κανονίσουμε εμείς τον «καιρό» των άλλων, που παίρνει συνήθως τη μορφή της «φλυαρίας», του φόβου ακόμη να σταματήσουμε να μιλάμε, της «περιεργίας και της φιλαρχίας», είναι φυσικό να θλίβει τον συνάνθρωπο. Άλλωστε, όταν μιλάμε, βρισκόμαστε πάντα -πλην σπανίων εξαιρέσεων- στον κόσμο της πλάνης. Άραγε, θα πρέπει κι εμάς να μας το θυμίζουν αδιάκριτα συνεχώς;
Περαιτέρω, ο Γέροντας λέγει, απευθυνόμενος στους μοναχούς, ότι όποιος πει «έναν αργό λόγο, μια είδηση από την επικαιρότητα», ζημιώνει τον αδελφό του πολύ. Μπορεί, εννοεί, κάποιος να προσεύχεται με θέρμη, να έχει αγωνιστεί πολύ να πετύχει αυτή τη φλόγα, τη ζέση στην προσευχή του, και ξαφνικά έρχεται ένας και τον ρωτά: «Το έμαθες; Στον κόσμο ο τάδε πολιτικός έκανε την εξής παράνομη πράξη…». Γιατί όμως αυτή η κουβέντα συνιστά άραγε αμαρτία; Γιατί αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, «ασχημονία», η οποία και ορίζεται ως η προσπάθεια να «απο-σπάσουμε» τον άλλον από το ουσιώδες στο ουτιδανό. Ο μοναχός (αλλά και κάθε άνθρωπος) είναι ο φορέας της δικής του εναγώνιας εσωτερικής πάλης για το αγαθό, δίνει κάθε λεπτό τον αγώνα για ό,τι θα όριζαν οι υπαρξιστές «αγωνία της ύπαρξης», είναι κλεισμένος στο «ταμείο της καρδιάς» του. Έχει ως προσωπικό προνόμιο, δωρισμένο από τον Θεό, την «εσωτερικότητα», την όποια ακριβώς θα πρέπει να μάθουμε να σεβόμαστε πάνω από όλα. Για να βρεθεί κανείς στο Μοναστήρι, ή ακόμη και σ’ ένα ναό, για να έχει κλίνει το γόνυ και γείρει την κεφαλή μπροστά σε κάποια εικόνα, σημαίνει ότι κατάφερε, με θεία βοήθεια, να «αποσπαστεί» από την μέριμνα και να επιλέξει το «εν ου έστι χρεία». Δεν θα πρέπει άραγε να αισθανθούμε το μυστήριο; Κάθε άνθρωπος ζητά, έστω κι αν δεν τολμά να το πει μήτε στον εαυτό του, τον σεβασμό αυτής της «ιδιαιτερότητας» και «διαφορετικότητάς» του, της μόνης αληθινής. Όχι βέβαια ότι στον κόσμο δεν θα γελάσουμε και δεν θα αστειευτούμε ή και δεν θα διασκεδάσουμε. Αλλά όλα αυτά μπορούν να γίνουν εν γνώσει του ότι ο άλλος συνιστά «εσωτερικότητα». Γι’ αυτό και είναι λάθος να παραγνωρίζουμε, ή ακόμη και να ακυρώνουμε με τον τρόπο μας, την επιθυμία του άλλου για «αυθεντικότητα», να προσπαθούμε να καταπνίξουμε τον «τροπισμό» της ψυχής του– συνήθως φοβόμαστε την αυθεντική, την νικηφόρα πάλη του άλλου, νιώθουμε να μας βγάζει από την ψευδαίσθηση. Και έτσι, όταν πει κανείς στον άλλο (μοναχό) για τον τάδε πολιτικό, τότε, έστω κι αν δεν το αισθάνεται, συμβαίνει όντως να του έχει επιτεθεί από ψυχοδυναμική άποψη, να του έχει καταφέρει ένα κτύπημα.
Πώς όμως θα μπορέσουμε να γλιτώσουμε από όλη αυτή την απρέπεια, την προπέτεια, την ασχημονία; Χρειάζονται άραγε μεγάλοι αγώνες και φοβερές ασκητικές προσπάθειες, νηστείες και χαμευνίες; Καθόλου λοιπόν δεν απαιτείται ένα νέο καθηκοντολόγιο: «μη το ένα μη το άλλο…». Αυτό που χρειάζεται, μαθαίνουμε, είναι παραδόξως να παραδοθούμε απλά «στην άνεση της πνευματικής ζωής», που σημαίνει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να αφήσουμε τον εαυτό μας να αισθανθεί την «ευκολία» της αγάπης -θυμάμαι πάντα τον υπέροχο λόγο κάποιου Γέροντα, που μου είπε ότι «η αγάπη είναι εύκολη». Γενικά, πρέπει να καταλάβουμε ότι τα «προβλήματα» γεννιούνται πάντα ως ψευδοπροβλήματα. Αν διαρκώς τρέχει ο πιστός να γίνει «άγιος», γιατί δεν ταπεινώνεται και δεν εννοεί τι σημαίνει «αχρείοι δούλοι εσμέν», τότε πράγματι θα τον νοιάξει πολύ που η ώρα συμβαίνει να είναι 7:25 και όχι 7:20. Και αυτό γιατί σκέπτεται: «τι σημαντικό χρονικό διάστημα είναι τα πέντε λεπτά! Αν είχα αγωνιστεί αυτά τα 5 λεπτά, τώρα θα ήμουν άγιος». Έτσι όμως ο χρόνος γίνεται μάστιγα. Γενικά, αν δεν ζει κανείς, όπως λέγει ο πατήρ, «εν πνεύματι στην αιωνιότητα», αν διαρκώς, με εγωπάθεια, τρέχει πίσω από την αρετή του και το «εγώ» του, τότε πολύ απλά «αρχίζει να υποπτεύεται ο ένας τον άλλον, γεννιούνται μικρότητες και μικροψυχίες». Ο μοναχός ζει όμως μια ζωή «άνετη», γιατί ακριβώς πέταξε το περιττό, την «κακία της ημέρας», για την οποία μίλησε ο Κύριος. Αν δεν νοιάζεται κανείς τι θα γίνει με τα λεφτά του και τα πράγματά του, ακόμη –ο πατήρ απευθύνεται σε μοναχούς, γι’ αυτό μιλά με τόση τόλμη- και με την υγεία του (την οποία βέβαια οφείλουμε όλοι να προσέχουμε κατά το ανθρώπινον), τότε είναι άραγε δυνατόν να φτάσει στο σημείο να υποπτεύεται τον άλλο για οποιοδήποτε πράγμα; Και τι άνεση είναι αλήθεια να πετάξει κανείς όλη αυτή την ματαιότητα: συμβαίνει μάλιστα καμιά φορά «μάταια» να είναι τα πολύ μικρά, τα ασήμαντα, τα οποία, όμως, σωρευόμενα, ανεπίγνωστα κρατούν περισσότερο δέσμια τη ψυχή μας από τα «μεγάλα». Το «εγώ» δένεται ενίοτε ακόμη και με τα ουτιδανά για να μπορέσει να διασωθεί (οπότε και χρειάζεται ένας διακριτικός γέρων, για να μας δώσει να καταλάβουμε ότι πράγματι αυτό που νομίζουμε άνευ σημασίας, το «μικρό», που δεν το υπολογίζουμε, έχει ματαιότητα και ως εκ τούτου είναι επιζήμιο).
Μιλώντας όμως ειδικότερα για τη σχέση με τους επιτρόπους της Μονής, ο πατήρ λέγει ότι «ο μοναχός πρέπει να τους θεωρεί εκλεκτούς του Θεού… Δεν πρέπει να υπάρχει ούτε επιφύλαξη ούτε απείθεια (απέναντί τους).» Εδώ πάλι θίγεται ένα τεράστιο φιλοκαλικό θέμα, το ζήτημα της «επιφύλαξης» απέναντι στον αδελφό, που καταστρέφει ψυχοδυναμικά την ύπαρξή μας, όταν συμβεί να προσδιοριστεί ο εαυτός μας αρνητικά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ανοίγεται κανείς και εκμυστηρεύεται τα μύχια της ψυχής του στον πρώτο τυχόντα, αφήνοντας τους πάντες να σκυλεύουν την προσωπική του ζωή. Σημαίνει αντιθέτως ότι υπάρχει, παρά την ανάγκη για σύνεση, ένα τεράστιο περιθώριο για εμπιστοσύνη σε ορισμένους ανθρώπους του Θεού (και υπάρχουν πάντα τέτοιοι άνθρωποι, όσο υπάρχει Εκκλησία). Όπου λοιπόν βρούμε αυτό το περιθώριο, τότε ναι, πρέπει να παραδοθούμε ψυχοδυναμικά στον άλλον, δίχως «επιφυλάξεις» (δίχως να κρατάμε τα «ατού» μας, όπως θα έλεγε ο π. Συμεών Κραγιόπουλος). Και γιατί έχει κανείς επιφυλάξεις; Πολύ απλά, γιατί φοβάται ότι (στην υπακοή) θα χάσει το πλεονέκτημά του, το δυνατό του σημείο, θα αποκαλυφθεί η αχίλλειος πτέρνα του. Αλλά στην «υπακοή», διαβεβαιώνουν οι σύγχρονοι πνευματικοί πατέρες, δεν στέκονται αυτές οι μικροψυχίες: στις Μονές μάλιστα οφείλουν οι αδελφοί, ως ένα βαθμό, να κάνουν «υπακοή» σε όλους, ακόμη και στους ταπεινότερους συμμοναστές τους, ούτως ώστε να γίνει ολόκληρη η ζωή του αδελφού «ακοή» του άλλου. Πώς να «ξεμπλοκαριστεί» όμως κανείς από το δέσιμο με το εγώ του, όταν κρατά τις επιφυλάξεις του; Τελικά, μαθαίνει να είναι επιφυλακτικός ακόμη και με τον ίδιο τον Χριστό!
Η διάκριση επιβάλλει λοιπόν να σέβεται κανείς το έργο του άλλου, να μην ανακατεύεται σε αυτό, να μην παρεμβάλλεται διαρκώς στα πόδια του. «Να μην ανακατεύεστε στα διακονήματα των άλλων», λέγει ο πατήρ, γιατί η επιτέλεση του διακονήματος αποβαίνει έκφραση του εσωτερικού κόσμου του άλλου. Ωστόσο, θα πρέπει παράλληλα να αντιλαμβάνεται κανείς πότε ο συμμοναστής έχει «ανάγκη βοήθειας», και μόνο τότε, έστω και αν εκείνος δεν τη ζητήσει (πχ από διάκριση, από ντροπή κλπ), εμείς θα πρέπει να του την προσφέρουμε. Αυτό σημαίνει ότι άλλο είναι να νομίζει κανείς, με δική του γνωμοδότηση, ότι ο αδελφός χρειάζεται τη βοήθειά του, και άλλο πράγματι εκείνος να την χρειάζεται, και ακόμη περισσότερο μας να τη ζητά («θέλεις υγιής γενέσθαι;», ρωτούσε και ο Κύριος τους ασθενείς πριν τους θεραπεύσει, γιατί υπάρχουν άνθρωποι, όπως ερμηνεύουν μερικοί, που «ταμπουρώνονται» στην αρρώστια τους και δεν θέλουν να βγουν από αυτήν!). Η ανάγκη για βοήθεια πηγάζει από τον άλλον ως γνήσια «φωνή», ως υπαρξιακή έκκληση, και πρέπει να μάθουμε να ακούμε το μυστικό κέλευσμα του άλλου, γιατί αλλιώς, αν κάνουμε εμείς το έργο που πρέπει εκείνος να κάνει (για να ωριμάσει και να ενηλικιωθεί), είτε τον πνίγουμε, είτε δεν τον αφήνουμε να προοδεύσει, να διδαχτεί πιθανόν από τα λάθη του. Δεν μιλάμε εδώ για κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις (όταν πχ ο νους του άλλου «δεν λειτουργεί», οπότε και θα πρέπει να μεταχειριστεί κανείς μια δικαιολογημένη «βία», προκειμένου να σώσει τον αδελφό από έναν μεγάλο κίνδυνο κλπ).
Με όλα αυτά γίνεται φανερό ότι ανακαλύπτουμε τον Κύριο «στον ευλογημένο τόπο του Μοναστηριού, όπου ο Χριστός είναι παρών παντού και τον συναντάμε στο πρόσωπο του καθενός». Η ευχαριστιακή κοινότητα, η Εκκλησία, με την εσχατολογική της διάσταση, αποτελεί τον τόπο στον οποίο αναγνωρίζουμε τον Χριστό μέσα στο πρόσωπο του άλλου (το ίδιο μπορεί να ειπωθεί όμως και για την ενορία). Για τούτο και η Μονή, η εκκλησία, ως ο χώρος της πλήρους παρουσίας του Θεανθρώπου, γίνεται το ορμητήριο αγιασμού κάθε τόπου, κάθε περιοχής, ολόκληρου του κόσμου, που ακόμη μπορεί να κείται μέσα στο σκοτάδι, να μην έχει καν «όνομα». Μοναχισμός σημαίνει διαρκής συνύπαρξη με τους αγίους, πράγμα που δυστυχώς μας δοκιμάζει, γιατί δεν αντέχεται πάντα η ζωή δίπλα σε έναν αληθινό φορέα της χάρης («δεν είναι πάντα εύκολη η ζωή με τους Αγίους», έλεγε ο πατήρ Σωφρόνιος). «Αυτό το μεγάλο προνόμιο που έχουμε (=να ζούμε στη Μόνη) πρέπει να μας ωθεί να βιώνουμε με ζήλο τη δόξα της συνυπάρξεώς μας με τον Χριστό, τους αγίους, τους αγγέλους, και να μην ξεπέφτουμε σ’ έναν κοσμικό τρόπο ζωής – όπως συμβαίνει συνήθως. Πρέπει να επωμιστούμε… το καθημερινό μας μαρτύριο». Με άλλα λόγια, όταν συγκατοικούμε με τους αγίους, γεννιέται μέσα μας το τρομερό συναίσθημα του φόβου, ότι μπορεί να εκπέσουμε από τη μακαριότητα της κοινωνίας μαζί τους, οπότε και η επαγρύπνηση να μην καταντήσει κανείς έρμαιο της «κοσμικότητας» πρέπει να είναι διαρκής και έντονη. Στις ενορίες αυτό ίσως παίρνει τη μορφή της αναγκαιότητας να γίνεται ο πιστός «μάρτυρας», με την απλή παρουσία του, της ευαγγελικής αλήθειας. Άλλωστε, ο χριστιανός υπάρχει «εις έπαινον δόξης της χάριτος» (Εφ. α 6) του Θεού, και μάλιστα οι χριστιανοί οφείλουν πρωτίστως να «γίνονται ο ένας δούλος στον άλλο διά της ανιδιοτελούς αγάπης» (Γαλ. ε, 13). Αυτή η «δουλεία» του ενός στον άλλον, που συνιστά βέβαια και την μέγιστη ελευθερία, εφόσον ο άλλος είμαστε εμείς, είναι που κάνει τον π. Αιμιλιανό να θεωρεί ότι τελικά οφείλουμε να δίνουμε στον άλλον «χώρο», όχι απλά βοήθεια. «Μόνο αν υποτάσσουμε τον εαυτό μας, γίνεται το διακόνημα αποστολική διακονία. Έτσι, η σχέση με τους άλλους στην άσκηση του διακονήματος είναι σχέση υποταγής, επιθυμία να δώσουμε χώρο στο άλλον…». Το να δίνει κανείς «χώρο» στον αδελφό του είναι από ψυχοδυναμική άποψη ό,τι καλύτερο μπορεί να κάνει πχ ένας γονιός για το παιδί του, ένας δάσκαλος για το μαθητή του, μάλλον και ένας πνευματικός πατέρας για το τέκνο του. Θα πρέπει να εννοήσουμε ότι, όπως άλλωστε θα πει παρακάτω ο ίδιος ο πατήρ, δεν μπορεί ο Γέροντας να στερήσει από τον υποτακτικό την ελευθερία του, να τον υποκαταστήσει στον πνευματικό αγώνα που πρέπει εκείνος να κάνει. Είναι το ίδιο με αυτό που έκανε ο Πατέρας της παραβολής του Ασώτου: μόλις του είπε ο γιος του «δώσε μου την περιουσία», δεν τον εμπόδισε από φόβο μην αμαρτήσει, αλλά του έδωσε το μερίδιό του, γιατί έπρεπε να πάθει και να μάθει. «Και διείλεν αυτοίς τον βίον». Γι’ αυτό άλλωστε και ο πνευματικός ονομάζεται «πατέρας».
****************
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε κάτι πολύ εντυπωσιακό, ότι δηλαδή τις σχέσεις μεταξύ των μοναχών, και προπαντός Γέροντος και υποτακτικού, ρυθμίζει η ελευθερία. Μιλήσαμε ήδη για την «άνεση» που χαρακτηρίζει τη ζωή ενός μοναχού, πράγμα που καθιστά το βίο του αληθινά βασιλικό, καθώς δεν υποπίπτει πια στο κράτος της «ανάγκης» (πρώτιστη δουλειά ενός αρχαρίου μοναχού είναι άλλωστε, για να θυμηθούμε και τον Άγιο Παΐσιο, να «πετά» οτιδήποτε άχρηστο και περιττό, εφόσον μάλιστα οι όποιες «πολυτέλειες» μας σκλαβώνουν και τρώνε τον χρόνο μας). Διαβάζουμε όμως και τα εξής: «όσον αφορά την τράπεζα, όταν έχουμε αγρυπνία, το βραδινό φαγητό είναι πάντα νηστίσιμο. Κάποιοι ωστόσο μου ζητούν πιο θρεπτικές τροφές, γιατί με δυσκολία αντέχουν την αγρυπνία. Το εδεσματολόγιό μας είναι αρκετά θρεπτικό. Αν όμως κάποιος έχει ανάγκη κάτι παραπάνω, να το ζητήσει και θα του δοθεί ό,τι θελήσει…». Δεν μπορεί δηλαδή ο Γέροντας να υπαγορεύσει στον άλλον επακριβώς πόσο θα νηστέψει, ούτε είναι δυνατόν να μετρήσει τις μπουκιές του καθενός, γιατί αυτό – αν το εννοώ καλά- είναι αναξιοπρεπές. Ο ίδιος ο πιστός -στον κόσμο έχουμε τους πνευματικούς- ξέρει τελικά προς τα πού θα βαδίσει, αρκεί βέβαια, έχοντας λάβει την γενική καθοδήγηση, να έχει συλλάβει το «πνεύμα» της άσκησης και τι σημασία έχει ειδικότερα η νηστεία. Ωστόσο, υπάρχει κίνδυνος κάποιος να μην πηγαίνει να φάει στη δεύτερη τράπεζα, την προοριζόμενη για όσους έχουν ανάγκη περισσότερης τροφής, επειδή, βλέποντας ότι εγκρατεύονται οι άλλοι, ντρέπεται για την αδυναμία του. Τέτοιες μικρές «ψευδοντροπές» (στον κόσμο θα τα λέγαμε όλα αυτά μάλλον «κόμπλεξ») φαίνεται ότι μπορεί να είναι καταστρεπτικές για την πνευματική ζωή, προπαντός σε ένα Μοναστήρι, όπου το «προσωπείο» είναι ο μέγιστος εχθρός της αδελφότητας και αυτό που θα πρέπει πρώτα από όλα να απεκδυθεί ο μοναχός (εδώ μπορώ να κάνω και την εξής γενικότερη παρατήρηση: όσοι επισκέπτονται για πρώτη φορά το Άγιον Όρος, συμβαίνει ενίοτε να σκανδαλίζονται από το ότι οι Πατέρες φέρονται τελείως φυσικά, είναι ο εαυτός τους και δεν φορούν «μάσκα», ώστε να επιδίδονται στις πολλές ψευτοευγένειες του κόσμου, τα πολλά «ευχαριστώ», «παρακαλώ» κλπ. Ο λόγος τους είναι τόσο ευθύς, που στην αρχή νομίζει κανείς ότι δεν τον πρόσεξαν ίσως όσο έπρεπε, τον προσέβαλαν κλπ. Γρήγορα όμως ο προσκυνητής καταλαβαίνει ότι απουσιάζει στον Άθωνα η υποκρισία και οι συμβάσεις). «Όποιος έχει ανάγκη, να μη διστάζει να πηγαίνει.» Πεινάς, μας λέγει ο Γέροντας, γιατί έχεις πχ αδύναμο σώμα; Μην ντρέπεσαι να φας. «Όποιος όμως έχει αποφασίσει να νηστεύει, δεν πρέπει να πηγαίνει στην τράπεζα επειδή πηγαίνουν οι άλλοι.» Καλό είναι επίσης να λείπουν και οι καλοπροαίρετες διακρίσεις αυτής της μορφής, που στο βάθος, όμως, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την σύνολη ζωή του κοινοβίου, υποκρύπτουν μια δουλικότητα. Η αληθινή κοινωνία αγάπης, η πλήρης ελευθερία αγνοεί τέτοιες προσποιήσεις. Θέλεις λοιπόν να ασκηθείς; μοιάζει σαν να λέγει ο Πατήρ. Τότε μην στερείς από τον εαυτό σου την νηστεία, με τον «λογισμό» ότι οι πιο ασθενείς ίσως στενοχωρηθούν διαπιστώνοντας την αδυναμία τους. Το κοινόβιο δεν είναι χώρος κατάλληλος για «δεύτερες σκέψεις», αλλά για πλήρη απλότητα. Έτσι πρέπει να λειτουργεί, μας λένε οι σύγχρονοι Νηπτικοί Πατέρες. «Ό,τι αποφασίζει η καρδιά σας, αυτό να κάνετε». Είναι εντυπωσιακό ότι υπάρχουν ανθρώπινες κοινότητες, τα ορθόδοξα Μοναστήρια, όπου ο ένας αδελφός αντέχει να βλέπει το μεγαλείο της καρδιάς του άλλου με πνεύμα ευρυχωρίας, άνεσης και όχι ζηλοφθονίας, που εναγκαλίζεται αγαπητικά την ευλογημένη άνοδο του άλλου προς την σωτηρία (η σωτηρία παράγεται από το επίθετο «σώος»), προς τον Ουρανό, και δεν μεμψιμοιρεί, δεν δυσανασχετεί, έστω και υποσυνείδητα. Είναι σπουδαίο να αντιμετωπίζεις μεγαλόψυχα την βαθμιαία ωρίμανση του άλλου, την τελειοποίησή του. Από ένα σημείο λοιπόν και πέρα, φαίνεται ότι δεν υπάρχει πια ανάγκη αυτής της «διάκρισης», της σύνεσης δηλαδή να αποφύγουμε τον σκανδαλισμό του αδελφού – ο άλλος δεν πρόκειται να σκανδαλιστεί από την αρετή μας. Αυτός ο φόβος να μην γίνει κανείς πρόσκομμα στον άλλο με την αλήθεια του, υπερβαίνεται, μολονότι βέβαια η «διάκριση» ως αρετή και καρπός αγιότητας στους πιο προχωρημένους πατέρες συνεχίζει να υπάρχει. «Να φέρεσαι όπως νιώθεις, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα στενοχωρήσω τον α ή τον β», είναι το νόημα των λόγων του Γέροντα, γιατί όλοι οι Πατέρες, όσο αυτό είναι δυνατόν σε ανθρώπους που ακόμη αγωνίζονται στην στρατευομένη Εκκλησία, λειτουργούν ως «κοινότητα» και δεν πρόκειται να σκοντάψουν μήτε στην αδυναμία, μα μήτε και στην αρετή κάποιου (γιατί συμβαίνει, είπαμε, περιέργως και αυτό). Όλα τούτα βέβαια απαιτούν αρκετή προπαρασκευή, νουθεσίες, συνεχή επαγρύπνηση, ενώ πρέπει να θεωρηθούν αποτέλεσμα μακροχρόνιας υπακοής των αδελφών και συνακόλουθης μέριμνας του Γέροντα για την πνευματική κατάσταση της αδελφότητας, στην οποία προΐσταται. Πάντως φαίνεται ότι, όντως, είναι δυνατόν μια Μονή να φτάσει αυτόν το υψηλό βαθμό πνευματικότητας και «συγ-χώρησης» του άλλου, ελευθερίας και γενναιόψυχης αποδοχής, ώστε όλοι να αλληλοπεριχωρούνται αγαπητικά με θαυμαστό τρόπο (εντελώς παρόμοια περιγράφει και ο Γέροντας Σωφρόνιος, που θεωρεί τελείως καταστροφική για ένα κοινόβιο την μη εναρμόνιση κάποιου μοναχού με αυτό το πνεύμα).
Σε ένα άλλο σημείο διαβάζουμε επιπρόσθετα ότι «αν κάποιος έχει να προτείνει κάτι για το διακόνημά του, να μου το πει ελεύθερα κι εγώ θα αποφασίσω. Να το πει όμως όχι για να επιβάλλει τη γνώμη του, αλλά για να μπορώ να ξέρω τι σκέπτεται». Είναι αδύνατον, όπως φαίνεται, ο μοναχός ως άνθρωπος, ως ξεχωριστή προσωπικότητα, να καταπνίξει εντελώς τη σκέψη του, να μην έχει καθόλου γνώμη (οι Πατέρες λένε άλλωστε ότι το νόημα της υπακοής είναι να εγκαταλείπουμε τη δική μας, υπαρκτή γνώμη και να εγκολπωνόμαστε ειλικρινά αυτή του Γέροντα). Και για να φτάσει κανείς στην μεγάλη αρετή, για την οποία μας μιλούν τα ιερά βιβλία, οπότε το πνεύμα του ασκητή συστοιχεί απολύτως με αυτό του (διακριτικού) Γέροντα και προπαντός με το θέλημα του Θεού («όσοι πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισίν υιοί Θεού»), πρέπει προηγουμένως ο μοναχός να μάθει να λέγει ταπεινά τι σκέπτεται για κάποιο ζήτημα και να το θέτει στη κρίση του προϊσταμένου. Δεν πρέπει να παραδίδεται στον λογισμό «ο Γέροντας θα με παρεξηγήσει, θα πει ότι θέλω να του επιβληθώ, καλύτερα να μην του πω απλά και ταπεινά τι σκέπτομαι». Όχι. Υπάρχει ένα πνεύμα απλότητας και «ανοιχτότητας»: θ’ ακουστεί η γνώμη του καθενός, χωρίς καθόλου τέτοιες προκαταβολικές κρίσεις και επιφυλάξεις, μήτε από την πλευρά του αδελφού, μήτε όμως και από την πλευρά Γέροντα. Ο Γέροντας δεν θέλει να πνίξει τη γνώμη των παιδιών του, δεν είναι ένας δικτάτορας. Ζητά, όπως λέγει και πάλι ο πατήρ Συμεών Κραγιόπουλος, την «φιλάνθρωπη υπακοή», την εμπιστοσύνη. Δεν έχει καμιά διάθεση για φιλαρχία, δεν είναι εξουσιομανής. Το πνίξιμο της φωνής μας, η αποσιώπησή της, ενώ ακόμη είμαστε πνευματικά ανώριμοι, δεν θα βοηθήσει, αλλά θα δημιουργήσει, μάλλον, καχυποψία και πικρία.
Περαιτέρω, ο πατήρ Αιμιλιανός, μιλώντας για ένα παρεμφερές θέμα, τη σχέση διακονήματος και λειτουργικής ζωής, λέγει ότι «πρέπει να σκέφτεστε το διανόημα σε συνάφεια με την αγρυπνία. Αν έχετε κάτι να πείτε (και) σ’ αυτό το σημείο, πείτε το ελεύθερα». Δεν υπάρχει λόγος, επαναλαμβάνουμε, να κάνεις κανείς δεύτερες σκέψεις και να τις «δουλεύει» εντός του. Για να καταλάβουμε όμως ακόμη καλύτερα γιατί ο πατήρ Αιμιλιανός ζητά να λέγει ο αδελφός ελεύθερα τη γνώμη του, ας ακούσουμε αυτό το πολύ σημαντικό που μας λέγει: «πες ελεύθερα τη γνώμη σου, για να βουβαθεί το εγώ σου, για να παύσει να σου επιβάλλεται μεσ’ από τις απαιτήσεις και τις κουβέντες σου». Συμβαίνει δηλαδή το εξής περίεργο φαινόμενο (γνωστό πάντως και στην ψυχανάλυση ως ένα βαθμό): τα πιο πολλά από όσα σκεπτόμαστε και θεωρούμε πολύτιμα κατορθώματα του νου μας, είναι συνήθως σκύβαλα, αερολογίες, ανυπόστατοι βερμπαλισμοί, λόγια του αέρα, που μόλις εξωτερικευτούν, φαίνεται αμέσως η κενότητά τους. Μέσα στο λόγο μας ανακατεύονται τα πάθη μας, «η κακία της ημέρας», και γι’ αυτό, όταν ελεύθερα εξωτερικεύουμε τη σκέψη μας, οι ίδιοι θα καταλάβουμε την κουφότητά της, την ρηχότητά της –πόσοι λόγοι άλλωστε από όσους εκφέραμε μέχρι τώρα ήταν πράγματι σημαντικοί, και όχι ανυπόστατο κουβεντολόγι; (συμβαίνει μάλιστα μερικοί, πριν εξομολογηθούν, να γράφουν κατεβατά ολόκληρα με τους λογισμούς τους και ό,τι υποτίθεται τους απασχολεί. Ωστόσο, όταν φτάνουν μπροστά στον πνευματικό και εκείνος τους ρωτά «πες, τι έχεις;», μόνοι τους τα παραλείπουν όλα αυτά, εννοούν ποια είναι η πνευματική τους κατάσταση, το αληθινό πρόβλημα, και εκεί επικεντρώνονται.) «Μην φοβάσαι, μίλα», προτρέπει ο πατήρ. Αν ο λόγος μας είναι πράγματι «λόγος» –τι σπάνιο αυτό!-, θα σταθεί από μόνος του. Αν είναι αργολόγημα, δεν χρειάζεται αντίκρουση, θα καταπέσει από μόνος του, θα «απογυμνωθεί». Μαζί θα απογυμνωθεί και το «εγώ». «Τα μυστήρια του Θεού επιτελούνται μέσα στη σιωπή». Αν απογυμνωθούν οι φλυαρίες μας, τότε θα βουβαθεί και το «εγώ» ως ιδιοτροπία, ως παράλογη απαίτηση, ως «δικαίωμα», στη μοναχική ορολογία. Τότε θα έρθει επιτέλους η ευλογημένη «σιωπή», η οποία δεν είναι απουσία λέξεων, αλλά υπαρξιακή κατάσταση. Πριν από τα μεγάλα γεγονότα στη Βίβλο, προηγείται πάντα σιωπή («και εγένετο σιγή ως ημιώριον…», διαβάζουμε στην Αποκάλυψη).
Πρέπει λοιπόν να μιλά κανείς ελεύθερα, για να φύγει και το παραμικρό «φληνάφημα» του εγώ. Ακόμη και για τα πιο μικρά πνευματικά θέματα, δεν πρέπει να σκέπτεται κανείς «ας μην πάω στον Γέροντα, μην τον ‘‘ενοχλήσω’’». Μπορεί ακόμη ίσως να σκεφτεί κάποιος «πού κατάντησα ο δύστυχος, να πρέπει να εκτίθεμαι σηκώνοντας νύχτα τον Γέροντα»! «Και όποτε αντιμετωπίζετε οποιαδήποτε πνευματική δυσκολία, μη λέτε: ‘‘Μα είναι μικρό πράγμα, δεν θέλω να ενοχλήσω τον γέροντα!’’ Όχι! Πάνω σ’ αυτά τα μικρά πράγματα παίζεται η ζωή μας». Το μικρό πράγμα λειτουργεί μέσα μας πολλαπλασιαστικά. Τι θα πει άραγε «μικρή» πνευματική δυσκολία; ρωτά ο πατήρ. Ο άγιος Βαρσανούφιος της Όπτινα λέγει, για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα, ότι, αν δεν μπορεί κάποιος να προσευχηθεί, αν δεν έχει διάθεση ή δύναμη να κάνει πχ το Απόδειπνο, ίσως «βολέψει» τα πράγματα σκεπτόμενος: «είναι δυνατόν άραγε να έχω διάθεση κάθε φορά για προσευχή; Θα είμαι ως φαίνεται κουρασμένος». Και θα πει την προσευχή με το ζόρι, μηχανικά. Αλλά, προσθέτει ο άγιος Βαρσανούφιος, τότε είναι που πρέπει ο πιστός να σκεφτεί: «ίσως να είναι και έτσι. Ωστόσο, ας αναρωτηθώ και το εξής: έχω άραγε δικαίωμα για προσευχή;». Αν πχ έχει κανείς κατακρίνει τον άλλον, τότε είναι φυσικό να εξαφανίζεται τελείως η επιθυμία για επικοινωνία με τον Κύριο, εκλείπει ο αυθορμητισμός που πρέπει να διακρίνει αυτή την ύψιστη πνευματική πράξη. Στο Άγιο Όρος, όπως παρατηρεί κάποιος πνευματικός πατήρ, όταν λένε «πάω να κάνω προσευχή», δεν εννοούν «να προφέρω κάποιες λέξεις», αλλά «να ανοίξω πραγματική συνομιλία με τον Θεό». Και γι’ αυτό, αν δεν ξεκινά αυτή η συνομιλία, τότε ο μοναχός προβληματίζεται. Και μπορεί να φταίει γι’ αυτό, όπως είπαμε, κάτι σοβαρό –πχ η κατάκριση, η έλλειψη εμπιστοσύνης στον Γέροντα κλπ.
«Πήγαινε να ενοχλήσεις τον Γέροντα», λέγει ο πατήρ, και στην ανάγκη, εννοεί, «ξύπνησέ τον». Αν υπάρχει λόγος, ακόμη και μέσα στην άγρια νύχτα θα πάει κανείς στον πατέρα του να πει τι του συμβαίνει. Εξάλλου, αυτό το σκότωμα της «αξιοπρέπειας», για το οποίο μιλήσαμε, αυτή η άρση του φόβου να μην «εκτεθεί» κανείς, είναι που εξαλείφει όλα τα δεινά, την αντιδικία και τη διαφωνία. «Εδώ είμαστε οικογένεια, λέγει ο πατήρ, δεν είμαστε στρατός». Δεν ενδιαφέρει, δηλαδή, να εκτελεστούν μηχανικά κάποια καθήκοντα, νηστείες, αγρυπνίες κλπ, αλλά να νιώσει κανείς ότι «ζωήν έχει εν εαυτώ». Δεν είναι η κοινοβιακή ζωή σύνολο αφηρημένων επιταγών και καθηκόντων προς επιτέλεση, αλλά αρμονική συνισταμένη της βαθύτερης εσωτερικής προσπάθειας πολλών αγωνιστών, πολλών ανθρώπων της προσευχής. Γι’ αυτό όμως θα πούμε κάτι και παρακάτω.
Ενοχλεί κανείς λοιπόν τον (διακριτικό) Γέροντα και στην παραμικρή δυσκολία, και αυτός διαφωτίζει. «Το μέτρο υπακούει σε μια λογική, που είναι ο σεβασμός του ρυθμού, της αντοχής και των αναγκών του συνόλου και του καθενός ξεχωριστά». Ο Γέροντας, επειδή η Μονή είναι κοινόβιο, ξέρει πρωτίστως τις ανάγκες του συνόλου ακριβώς ως «συνόλου», ξέρει ότι αυτή η κοινότητα έχει και μια δεδομένη αντοχή -όπως και κάθε οικογένεια αντέχει ή δεν αντέχει ορισμένα πράγματα- και επίσης διέπεται από κάποιον «ρυθμό». Πιθανόν ο πατήρ Αιμιλιανός θέλει να πει εδώ ότι κάθε αδελφότητα χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη πνευματική κατάσταση, όσον αφορά την πορεία της προς την αγιότητα- γιατί το κοινόβιο πρέπει διαρκώς να γίνεται ολοένα και περισσότερο «οικογένεια». Άλλη αδελφότητα πορεύεται για ένα διάστημα εστιάζοντας στην απόσυρση και την σιωπή, άλλη στη θεολογία, άλλη ζει τη χαρά της θείας λατρείας –πιθανόν να συμβαίνει ό,τι και με τους μεμονωμένους μοναχούς, εφόσον, όπως γνωρίζουμε, ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοψ αγίασε πχ λόγω της μεγάλης φιλοξενίας του, ενώ ο Μέγας Αρσένιος λόγω της τέλειας ησυχίας. Και ακόμη, είναι πιθανόν για την ίδια αδελφότητα να υπάρχει καιρός κατάλληλος για εστίαση στη μόνωση, το πένθος και την περισυλλογή, ή καιρός για εστίαση στην αναστάσιμη δόξα (αν πχ συμβαίνει να την έχει επισκεφτεί ένας άγιος κλπ). Και υπάρχουν δυστυχώς περιστάσεις που μια αδελφότητα θλίβεται τα μέγιστα και υπομένει, γιατί πχ μπορεί ποικιλοτρόπως να βάλλεται και να περνά έναν σοβαρό πειρασμό, ενώ άλλες φόρες κυριαρχεί η ευγνωμοσύνη της πνευματικής καρποφορίας. Ωστόσο, αφού ο Γέροντας διαφωτίσει την αδελφότητα και συμβουλεύσει αναλόγως τους πάντες, δεν θα παρέμβει την ώρα που όλα αυτά πρέπει να γίνουν πράξη. Δίνει πχ μια εντολή, «να μην ξεπερνά η ακολουθία το τάδε χρονικό διάστημα» (γιατί, όπως λέγει, μερικές φορές οι ακολουθίες καθυστερούν από εγωκεντρικές αργόσυρτες ψαλμωδίες), ωστόσο «δεν θα έρθω στο Ψαλτήρι με το ρολόι στο χέρι ή δεν θα σας πω να κάνετε πιο γρήγορα, γιατί δεν θέλω να σας στενοχωρήσω». Αν μπλέκεται κανείς διαρκώς μέσα στα πόδια του άλλου, ακόμη και αν είναι «Γέροντας», τότε απλά δεν τον αφήνει, όπως είπαμε, να ανδρωθεί. Είναι αναξιοπρεπές, ακόμη και για ένα Μοναστήρι. Επιπροσθέτως, ο Γέροντας σέβεται την προσπάθεια του κάθε αδελφού, που άκουσε τον λόγο, και μπορεί στο τέλος να έκανε τα δικά του. Δεν σημαίνει ότι η αποτυχία είναι κάθε φορά μια καταστροφή, ότι δεν προϋποθέτει κάποιον αγώνα, κάποια προσπάθεια. Μήτε ενδιαφέρει απλά τον προϊστάμενο να εφαρμοστούν οπωσδήποτε όσα λέγει, αλλά να εφαρμοστούν επειδή πράγματι η αδελφότητα ωρίμασε και προόδευσε. Όταν μια αποτυχία συμβαίνει- και ως άνθρωποι ζούμε όλοι στον κόσμο της πτώσης-, σημαίνει ότι υπάρχει καιρός για παραπέρα δουλειά, για νέα προσπάθεια να κατεργαστούμε τον εαυτό μας. Υπάρχει καιρός, μετά την πτώση, για έγερση. Εξάλλου «είστε όλοι αξιέπαινοι για το θεάρεστο έργο σας», λέγει ο Γέροντας και το πιστεύει. Κάνει και αυτός ένα είδος «υπακοής» στον μυστικό αγώνα των παιδιών του, τον οποίο, ως γνήσιος πατέρας, σέβεται και πονά. «Σας παρακαλώ μόνο να έχετε περισσότερο ομαδικό πνεύμα…». Ζητά στο τέλος να γίνουν όλοι μια οικογένεια. Να ενωθούν οι πάντες «εν τω συνδέσμω της αγάπης». Αποδεικνύεται, ξανάλεμε, «πατέρας» – αλήθεια, η λέξη αυτή είναι άγια και ιερή.
***************
Πάνω από όλα λοιπόν το Μοναστήρι είναι κοινότητα. Ούτε καν η προσευχή ενός μοναχού δεν πρέπει να είναι ξεκομμένη από την όλη προσευχή της αδελφότητας – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καταργείται το πρόσωπο και ο διακριτός αγώνας του. Ο πατήρ Αιμιλιανός θεωρούσε την κοινή προσευχή ως την ανώτερη ασφαλώς μορφή προσευχής –ως μυστική συνύπαρξη ακριβώς του πιστού με τους αγίους στην ουράνια Λειτουργία. Η Ευχαριστία είναι η ύψιστη μορφή προσευχής, κάτι παραπάνω μάλιστα από προσευχή. Είναι η προσοικείωση εκ μέρους μας του λυτρωτικού έργου του Χριστού, και άρα η θεώσή μας (απαιτείται βέβαια και η δική μας «συνέργεια»). «Ένας μοναχός, λέγει, δεν μπορεί να έχει δική του ατομική προσευχή, ξεκομμένη από την κοινότητα. Την νοερά προσευχή… μπορεί να την ασκεί μόνο εφόσον συμμετέχει ως αναπόσπαστο μέλος στη συλλογική προσευχή της Εκκλησίας». Είναι αδιανόητο πχ μια μητέρα να κάνει «ατομική» προσευχή, να μην «λειτουργεί» δηλαδή ως μητέρα ακόμη και στην προσευχή της, να μην αποτελεί η ευχή της πρωτίστως δέηση υπέρ των τέκνων της. Παρομοίως, ένας κοινοβιάτης, πώς θα μπορούσε άραγε να ξεχάσει ότι είναι μέλος μιας οικογένειας αγίων; Και ένας ενορίτης, δεν θα πρέπει στην λεγόμενη «ατομική» προσευχή του να μνημονεύει εμπόνως τους λοιπούς αδελφούς του; Ίσα ίσα, όσο αγαπά κανείς περισσότερο τους άλλους και τους εναγκαλίζεται στην κατ’ ιδίαν προσευχή του, τόσο περισσότερο αγιάζει. Τόσο περισσότερο λειτουργεί ως «πρόσωπο». Γι’ αυτό και ο πατήρ Αιμιλιανός προτρέπει «να προσπαθήσουμε να ζήσουμε αυτές τις άγιες μέρες (των Χριστουγέννων) σε μια ατμόσφαιρα πνευματικότητας και οικογενειακής αγάπης. Μακάρι, όταν γυρίσω, να σας ξαναβρώ γεμάτους πνευματικούς καρπούς». Δεν είναι τυχαίο που η οικογένεια στην Εκκλησία θεωρείται τόσο ιερός θεσμός, αποτελεί την λεγόμενη «κατ’ οίκον» «εκκλησία».
Ότι το Μοναστήρι είναι κατεξοχήν μια οικογένεια, που πρέπει να απολαμβάνει την οικογενειακή ζωή ως αγαπητική κοινωνία, φαίνεται περισσότερο ιδίως στις μεγάλες εορτές, όπως πχ την Πρωτοχρονιά, για την οποία ο πατήρ παρατήρησε ότι «δεν έχουμε τίποτε κοινό να κάνουμε με όσα κάνει ο κόσμος αυτήν την μέρα… Για μας είναι μια ευκαιρία να ευχαριστήσουμε τον Κύριο που μας αξιώνει να ζούμε σε αυτό το μοναστήρι… Η δική μας (μοναχική ζωή) είναι αγγελική κατάσταση κι ακόμη υψηλότερη. Εκείνο το φως που μήτε οι άγγελοι δεν μπορούν να αντικρίσουν, το αντικρίζουμε εμείς στο πρόσωπο του Χριστού. Εν τω φωτί σου οψόμεθα φως.» Η μοναχική ζωή έχει μια εσχατολογική διάσταση, είναι μια διαρκής αίσθηση του μεγαλείου της θεανδρικής ιδιότητας του Κυρίου Ιησού Χριστού – η Ενανθρώπηση είναι που τίμησε τόσο πολύ τον άνθρωπο, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κτίσμα του Θεού. Και τις μεγάλες εορταστικές ήμερες αφήνεται ο μοναχός, αλλά και κάθε πιστός, να ζήσει μαζί με τους αδελφούς του αυτή την αίσθηση της ανθρώπινης δόξας, της δόξας του Κύριου Ιησού που χαρίζεται στον άνθρωπο.
Και όταν η γιορτή περνά και ξαναρχίζει ο συνήθης χρόνος της εργασίας, και πάλι δεν πρέπει να ξεχνά κανείς τον σωτηριολογικό σκοπό του διακονήματος, όπως ήδη είπαμε. «Το διακόνημα είναι απαραίτητο συστατικό της ζωής μας. Μας προετοιμάζει για την αγρυπνία, που είναι ο πυρήνας τη ζωής μας. Αν δεν λειτουργεί το διακόνημα, ούτε η λειτουργία θα λειτουργεί». Αν κανείς εργάζεται ατομοκεντρικά στη ζωή του, ατομοκεντρικά και θα προσεύχεται. Αν εργάζεται με το πνεύμα της διακονίας και της προσφοράς στους άλλους -και μπορεί να γίνεται αυτό κάθε φορά -, τότε θα προσεύχεται αληθινά ως γνήσιο μέλος της Εκκλησίας.
Το έργο ωστόσο του καθενός δοκιμάζεται «εν πυρί» κάθε φορά που συγκεντρώνεται η Εκκλησία, που συγκροτείται η σύναξη, η απλή έστω συνάθροιση των αδελφών για να τεθούν ίσως διάφορα προβλήματα κλπ. Ο πατήρ Αιμιλιανός μιλά για την μεγάλη αξία των συνάξεων της αδελφότητας και αναφέρει το παράδειγμα κάποιου Γέροντα που, ενώ είχε ελάχιστους αδελφούς στο μοναστήρι του, οργάνωνε τις συνάξεις με μεγάλη επισημότητα, σαν να συμμετείχαν πολλοί πατέρες. «(Οι συνάξεις) είναι οι στιγμές της μεγάλης αλήθειας, κατά τις οποίες παρουσιάζεται γυμνή η κατάσταση της αδελφότητας. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το φαινόμενο, μοναχοί να εγκαταλείπουν το μοναστήρι μετά τις συνάξεις». Με άλλα λόγια η αδελφότητα καθιστά έκδηλη την πνευματική της κατάσταση στις συνάξεις, φαίνεται ό,τι είναι εκεί ακριβως. Ή μάλλον, τότε είναι που τα κρύφια του καθενός, ακόμη και αν δεν πάρει τον λόγο, ακόμη και αν τηρεί δήθεν σιωπή, αποκαλύπτονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η σύναξη έχει στο ελάχιστο ιεροεξεταστικό ή δικανικό χαρακτήρα. Απλώς αποβαίνει για κάθε αδελφό καθρέφτης του εαυτού του, κατανοεί αν έχει εναρμονιστεί με το κοινό πνεύμα ή όχι (και είναι θλιβερό ότι στον κόσμο, αμέσως μετά το πέρας της Λειτουργίας, οι ενορίτες σκορπίζουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αδιαφορώντας ενίοτε ο ένας για τον άλλο). Όπως το Πάσχα, αν δεν μπορείς να φιλήσεις το πρόσωπο του εχθρού σου, δεν μπορείς και να το γιορτάσεις αληθινά, έτσι και την σύναξη των αδελφών, που είναι και αυτή μια λαμπρινή, κατά κάποιο τρόπο, ώρα, θα πρέπει να την χαίρεται κανείς ως εορτή. Ως απόρροια τους μυστηριακού γεγονότος της Ευχαριστίας, ως λειτουργία μετά την Λειτουργία, όπως είπε κάποιος. Ειδάλλως, μόνος σου, δίχως την παραμικρή επίπληξη, θα καταλάβεις την «αλήθεια» σου, και θα προβληματιστείς.
Και πρέπει να λειτουργεί κανείς με γνώμονα πάντοτε αυτό ακριβώς το εκκλησιολογικό πνεύμα. «Αν κάποιος θέλει να εργαστεί περισσότερο, ας το κάνει, αλλά να μην υπερβαίνει τα όρια της ευλογίας που του έχει δοθεί». Τίποτε δεν γίνεται άνευ ευλογίας πνευματικού πατρός, μήτε η πολλή προσευχή. Διαβάζουμε βέβαια ότι μερικοί μοναχοί που είχαν φλογερό ζήλο, και ζούσαν μέσα σε αδελφότητες δίχως ιδιαίτερα αυστηρό μοναχικό πρόγραμμα, παρακινήθηκαν απο τους ίδιους τους προϊσταμένους τους να αλλάξουν περιβάλλον, για να αγωνιστούν περισσότερο. Οι γέροντές τους διέκριναν ότι ο ζήλος τους ήταν πράγματι από τον Θεό. Σε άλλες όμως περιπτώσεις οι διακριτικοί Πατέρες ανέκοψαν αυτόν τον ζήλο, γιατί διέγνωσαν ότι υποκινούνταν από τον εγωισμό. Εν πάση περιπτώσει, ζητεί κανείς «ευλογία» από τον προεστώτα, επερωτά με πίστη τον πνευματικό, και πράττει αναλόγως. Ο όλος ασκητικός βίος πρέπει να είναι διαπερασμένος από τον Λόγο του Θεού, και αυτό θα πει η λέξη «ευ-λογία». Να γίνει η ίδια η ζωή μας «λόγος», να «λογοποιηθεί», να αποβεί χαρμόσυνο μήνυμα και όχι διάθεση για προβολή και εγωλατρεία.
Δίχως αυτό το εκκλησιολογικό πνεύμα, δεν μπορεί να προσέρχεται κανείς στο Άγιο Ποτήριο. «Δεν μπορείτε να κοινωνήσετε, αν έχετε μιλήσει μετά το Απόδειπνο (=αν δεν σεβάστηκε δηλαδή κανείς την ησυχία του άλλου), αν έχετε λυπήσει έναν αδελφό, αν έχετε κατακρίνει κάποιον, αν στην εκκλησία (=την κοινή σύναξη, όπου παρίσταται ο ίδιος ο Θεός και η κοινότητα των αγίων) στέκεστε με απρέπεια και ραθυμία. Η Θεία Ευχαριστία απαιτεί προετοιμασία». Η προετοιμασία αυτή συνίσταται ασφαλώς στην αγάπη, η οποία όμως, πρέπει να το θυμόμαστε αυτό, γεννά πάντοτε την λεπτότητα, την επιθυμία να διερευνά κανείς εις βάθος – όχι όμως αρρωστημένα και σχολαστικιστικά- μήπως λύπησε ακόμη και στο παραμικρό τον αδελφό. Αγάπη θα πει ευαισθησία, και μάλιστα μεγάλη –δεν είναι το ίδιο με την υποχονδρία. Εξετάζει λοιπόν ο πιστός τα έργα του πριν προσέλθει στο Άγιο Ποτήριο, προσέχοντας να υπάρχει στην καρδιά του «αγαπητική διάθεση», όπως μας λέγει ο πατήρ, ενώ ταυτόχρονα απαιτείται «και να έχει τουλάχιστον αποβραδίς νηστέψει». Όπως διαφαίνεται θαυμάσια και στο γνωστό παραμύθι του «Μικρού Πρίγκιπα», υπάρχει ένα είδος «ιεροτελεστίας της αγάπης», που συνιστά μέρος του ορισμού της: όταν περιμένουμε κάποιον πολυαγαπημένο, στολιζόμαστε, και αυτός ο καλλωπισμός είναι το νόημα της «νηστείας». Αναμένουμε με πόθο και χαρά τον Νυμφίο. Δεν διασκορπιζόμαστε σε τίποτε άλλο, γιατί ο Θεός, ως «μανικός εραστής», κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, είναι «ζηλόφθονος». Αγάπη σημαίνει να ξέρεις να αναμένεις, δηλαδή να νηστεύεις.
«Δεν μπορείτε επίσης να κοινωνήσετε, αν προηγουμένως δεν έχετε ζητήσει την ευλογία του γέροντα. Μπορεί (η εξομολόγηση) να μην είναι πάντα απαραίτητη, μιας και σας γνωρίζω, όμως η ευλογία είναι απαραίτητη, τουλάχιστον ενόσω δεν απουσιάζω.». Και ο πατήρ Αιμιλιανός προχωρεί με τα εξής σημαντικά: «Η μετάληψη δεν είναι ατομικό γεγονός, αλλά εκκλησιαστικό. Γιατί η Εκκλησία είναι εκείνη που συγκατατίθεται και μας δίνει την ευλογία να προσέλθουμε». Είναι σαφές ότι το μυστήριο της εξομολόγησης, και η συνακόλουθη ευλογία του γέροντα (ή του πνευματικού) για μετάληψη, δεν ατομικοποιεί το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, όπως λανθασμένα νομίζουν μερικοί. Αντιθέτως, διατρανώνει σαφώς τον εκκλησιολογικό του χαρακτήρα, το γεγονός ότι η Ευχαριστία είναι το συστατικό θεμέλιο της ίδιας της Εκκλησίας. Η Εκκλησία συγκροτείται διά της Ευχαριστίας, και είναι αυτή που, διά του Επίσκοπου και του πνευματικού (ως εκπροσώπου αυτού), δίνει την ευλογία να προσέλθει κανείς στο μυστήριο (τα επιτίμια επιπροσθέτως έχουν ως γνωστόν θεραπευτικό χαρακτήρα και όχι τιμωρητικό).
*****************
Έχοντας μέχρι τώρα δει τη βαθύτερη φύση του κοινοβίου ως πνευματικής «οικογένειας», ως εσχατολογικού γεγονότος, ως Εκκλησίας, και αφού ήδη μιλήσαμε για την σχέση «ευλογίας» εκ μέρους του Γέροντα και θείας μετάληψης, μπορούν να προστεθούν τώρα λίγα λόγια που αφορούν γενικότερα τον χαρακτήρα της μοναχικής άσκησης. Η άσκηση, λοιπόν, όπως ήδη διαφάνηκε, η κατά μόνας προσευχή και οι μετάνοιες και η σωματική κακοπάθεια και η νηστεία και η αγρυπνία κλπ, δεν είναι άχαρη ατομοκεντρική προσπάθεια, δεν αποσκοπεί σε κάποιο «κατόρθωμα». Διακρίνεται μέσα της, αν προσέξει κανείς βαθύτερα, ακόμη και μια τρυφερότητα. Υπάρχει λοιπόν καιρός κατάλληλος για προσευχή, και αυτός είναι η νύχτα. Την νύχτα οι ουρανοί είναι ανοικτοί, είπε κάποιος άγιος. «Η νύχτα είναι η ζωή μας… η μέρα κυλάει προετοιμάζοντας τη νύχτα». Αγρυπνεί κανείς στη σιγαλιά περιμένοντας το Νυμφίο. Ωστόσο, «είναι ανώφελο κάποιος να υπερεκτιμά τις δυνάμεις του, να αγρυπνεί περισσότερο από όσο του επιτρέπει τη χάρη…». Με άλλα λόγια, πρέπει κανείς, αξιοποιώντας προπαντός τον καιρό της προσευχής, με τη βοήθεια πάντα του Γέροντα, «να ακούει τη χάρη», η οποία και θα τον πληροφορήσει ακόμη και για το μέγεθος της άσκησης, που μπορεί να κάνει προς το παρόν. Αν βιαστεί και δεν «ακούσει τη χάρη», θα ζημιωθεί. Ταπεινώνεται λοιπόν ο πιστός μπροστά στη φωνή του Αγίου Πνεύματος, την οποία διακρίνει προπαντός διά της υπακοής –μόνο οι άγιοι διακρίνουν απευθείας τη φωνή της χάρης, αλλά ακόμη και αυτοί, όπως διαβάζουμε στον «Άγιο Σιλουανό», προτιμούν τη βασιλική οδό της υπακοής. Αν μάθει λοιπόν κανείς να ακούει τη χάρη κατ’ αυτόν τον τρόπο, λίγο λίγο θα απεμπλακεί «από το εγώ», που θα πει όχι από αυτή ή την άλλη αμαρτία, αλλά από τον λεγόμενο «παλαιό άνθρωπο». Αυτό νομίζω ότι θέλει να πει εδώ ο πατήρ. Με άλλα λόγια, η αμαρτία, που είναι θάνατος, έφτασε να μεταβληθεί εντός του ανθρώπου σε ολόκληρο «κράτος», το «κράτος της αμαρτίας», και αλλοίωσε τον όλο ψυχισμό μας. Οδήγησε πχ ακόμη και στην δημιουργία (όπως εξηγεί κάπου ο π. Ρωμανίδης) του «ενστίκτου της αυτοσυντήρησης», το οποίο δεν είναι καθόλου φυσικό ανθρώπινο ένστικτο, αλλά προϊόν της πτώσης. Αυτό το ένστικτο, ανακατεμένο με περισσότερο εγωισμό, δημιουργεί την «φιλαυτία». Ιδού το «εγώ», από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί κανείς: ένας ολόκληρος κόσμος σκέψεων, ενστίκτων, αντιδράσεων, λογισμών, αισθημάτων, εμμονών, βιωμάτων, ολοκλήρων σχημάτων πρόσληψης του κόσμου και αυτομάτων αποκρίσεων στα ποικίλα ερεθίσματα. Το «εγώ» όμως δεν βελτιώνεται, δεν μεταμορφώνεται, δεν καλλωπίζεται, δεν μεταβάλλεται σε κάτι καλύτερο. Απλώς πρέπει να «πεθάνει» (δεν εννοούμε, επαναλαμβάνουμε, εδώ ως «εγώ» τη προσωπική ταυτότητα του κάθε ανθρώπου, που είναι ιερή και ακατάλυτη, αλλά ακριβώς τον «παλαιό άνθρωπο»). Πώς όμως πεθαίνει; Μόνον διά της ταπεινώσεως. Αυτή είναι που γεννά την πνευματική ευαισθησία (μιλήσαμε ήδη γι’ αυτήν, σε σχέση με την αγάπη), και μάλιστα την ευαισθησία της αυτοεξέτασης, της αυτομεμψίας, της (μη παθολογικής) αυτοκατάκρισης- περιττό να πούμε ότι όλα αυτά απαιτούν μεγάλη διάκριση και εμπιστοσύνη στην κρίση κάποιου πνευματικού πατρός, για να μην ταυτίσουμε την αρετή με αρρωστημένες καταστάσεις (καμιά φορά πχ, όπως λέγουν μερικοί πατέρες, και η αυτομεμψία είναι εγωισμός κλπ). Γι’ αυτό και ο πατήρ επιμένει στην «αγρυπνία»: (επ)«αγρυπνούμε» στην ευαισθησία, προσπαθούμε να είμαστε «ωραίοι», όπως μας θέλει ο Νυμφίος. Ο μοναχός επίσης ζει συντροφευόμενος απο την πτωχεία: «σχετικά με τα μπάνια, συνιστώ καθαριότητα. Όμως αυτή η άνεση δεν πρέπει να μας κάνει ράθυμους. Δίχως φτώχεια, δεν πλησιάζει κανείς τον Θεό». Ο σκοπός του μοναχού δεν είναι ασφαλώς να είναι «λουσάτος» και «παρφουμαρισμένος», έστω κι αν στα κοινόβια επιβάλλεται η καθαριότητα. Καθαρός ναι, αλλά ταυτόχρονα όχι οκνός, όχι ράθυμος, λέγει ο πατήρ – ένα πνεύμα εξασθένησης της πνευματικής ρώμης και της σωματικής σθεναρότητας, παρά την τρομερή ταλαιπωρία που επιβάλλει η σύγχρονη εποχή, διαπερνά πράγματι τον άνθρωπο του καιρού μας. Ο μοναχός οφείλει να είναι φτωχός για τον Θεό. Είναι ιερή παράδοση, όρος της άσκησης, να αγαπούν οι μοναχοί την πτωχεία, γιατί -ο πρώτιστος λόγος- πτωχός υπήρξε ο ίδιος ο Χριστός (αυτό ωστόσο καθόλου δεν σημαίνει, όπως νομίζουν ίσως μερικοί, εγκατάλειψη και ερήμωση ναών και κελιών, ιερών καθιδρυμάτων, που μας παρέδωσαν οι άγιοι πρόγονοί μας με ιδρώτα και προπαντός φιλόκαλο πνεύμα. Χρειάζεται και σε αυτό διάκριση). Ο μοναχός, επίσης, ζώντας εσχατολογικά, και υπό μια έννοια δοξαστικά, υπό το φως της Αναστάσεως, δεν ενδιαφέρεται μήτε ασχολείται με θέματα της επικαιρότητας (άλλο είναι το ενδιαφέρον Μονών και μοναχών για την πατρίδα κλπ), «μήτε (ακόμη) ενδιαφέρεται για την τεχνολογία» (παρά μόνο εννοείται, αν κάτι είναι ουσιαστικά χρήσιμο για την εύρυθμη ζωή της αδελφότητας). Η τεχνολογική εξέλιξη συνοδεύεται δυστυχώς στον κόσμο από μια ουτοπική μεσσιανική αίσθηση, και υπάρχει ένα διάχυτο πνεύμα στον δυτικό κόσμο ότι η σωτηρία θα έλθει από τις μηχανές. Δεν είναι όμως πανάκεια η τεχνολογία, η α ή η β δήθεν «εξελιγμένη» συσκευή, που μπορεί απλώς να κάνει τη ζωή μας δυσκολότερη και περιπλοκότερη. Όντας ανοικτός σε Θεό και ανθρώπους, ο μοναχός δεν έχει εν τέλει «πρόγραμμα». Πρόγραμμά του είναι το θέλημα του Θεού, το σχέδιο του Παντοκράτορα γι’ αυτόν. Κανείς δεν μπορεί να λέγει πχ «α, εγώ είμαι αφιερωμένος στη θεωρία», και ως εκ τούτου να βρίσκει αφορμή να μην εκτελέσει το θέλημα ενός αδελφού. Διάκριση χρειάζεται και για το πότε θα αφιερωθεί κανείς στη «θεωρία», καθώς δίχως ταπείνωση και αγάπη στον αδελφό δεν πρόκειται να προκόψει καμιά «νήψη».
Και θα τελειώσουμε με τα εξής υπέροχα λόγια, που κρύβουν βαθιά σοφία: ο πατήρ Αιμιλιανός λοιπόν δεν ήθελε μετά τις ομιλίες του, να ακολουθεί συζήτηση (υποχωρούσε όμως στις παρακλήσεις των αδελφών). «Η συζήτηση, έλεγε, μας οδηγεί συχνά στην υποκρισία. Σπάνια είμαστε ειλικρινείς όταν ανοίγουμε το στόμα μας. Αφήνουμε να φανεί ό,τι είναι επιφανειακό. Δεν φαίνεται η εσωτερική μας τραγωδία…, η κραυγή μας». Πράγματι. Η ζωή κάθε μοναχού είναι μια τραγωδία, γιατί, εφόσον τα βήματά του τον οδήγησαν στο μοναστήρι, αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Σημαίνει ότι συγκρούστηκε με το πνεύμα και το φρόνημα του κόσμου τούτου, με τις «δυνάμεις και τις εξουσίες» του νυν αιώνα. Τελικά νίκησε μέσα του η κλίση, και ακόμη περισσότερο η κλήση, για πάλη, για αγώνα, για σταυροαναστάσιμη πορεία. Διψά για τον Θεό και τους μυστικούς αρραβώνες με τον Κύριο. Αλλά και η ζωή κάθε ανθρώπου γενικά είναι οπωσδήποτε μια τραγωδία, υπ’ αυτή την έννοια, πράγμα που όμως φαίνεται καθαρότερα στο βίο των μοναχών, γιατί οι τελευταίοι καθιστούν έκδηλο το νόημα της «ξενιτείας», στην οποία καλούμαστε κατά βάθος όλοι οι χριστιανοί (ο Κύριός μας υπήρξε «ξένος», μολονότι «ήλθεν εις τα ίδια»). Οι μοναχοί ξενιτεύονται από την ψευτιά, παλιά και καινούργια, για να οδηγηθούν στη χώρα των ζώντων. «Στη συνομιλία δεν φαίνεται η κραυγή μας…», διευκρινίζει ο γέροντας, βοηθώντας μας να καταλάβουμε ότι έτσι ή αλλιώς κάθε άνθρωπος είναι κατά βάθος μια «κραυγή», η οποία, όπου υπάρχει θόρυβος, δεν ακούγεται. Απαιτείται άκρα σύνεση και εγρήγορση, ακόμη και μέσα σε ένα μοναστήρι, για να μην εκπέσει η συζήτηση μετά μια ομιλία, σε απώλεια της αίσθησης του ευαγγελικού μηνύματος. Τι ακριβώς σημαίνει εδώ η λέξη «κραυγή»; Πρέπει να απελπιστούμε λοιπόν από όλα, όπως είπε κάποιος στοχαστής, για να βρούμε την ελπίδα στον Θεό, προς τον Οποίο μας οδηγεί το αδιέξοδό μας. Η τραγωδία της ολικής απελπισίας, αυτής της έκλειψης και έλλειψης της ελπίδας, από οτιδήποτε γήινο, οδηγεί στην ανακάλυψη του Απολύτου, του Υπέρτατου Προσώπου, του Θεού. Η κατά Θεόν ζωή δεν καταργεί αυτή την κραυγή, την προσωπική, διάπυρη και έμπονη φωνή του κάθε ανθρώπου, που λαχταρά για το Νόημα, αλλά την μεταμορφώνει σε αίνο προς τον Νικητή του Θανάτου, τον χορηγό της Ζωής, τον Αναστάντα Κύριό μας. «Διήλθομεν διά πυρός και ύδατος, και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν». Ο Κύριος είναι που λυτρώνει «εκ φθοράς» την ζωή μας, που μας στεφανώνει «εν ελέει και οικτιρμοίς».
Το μήνυμα του γέροντα είναι πράγματι αναστάσιμο.
(Σημείωση: οφείλω και πάλι να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον κύριο Νικόλαο Κόιο, καθηγητή της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης, που μου υπέδειξε σε προσωπική μας συνομιλία τον βαθύτερο πυρήνα της θεολογίας του π. Αιμιλιανού.)